Αγορά Πολιτών

Τρόπος Συμμετοχής

Χορηγίες

Πολίτες στην Αγορά

Έχουμε 659 επισκέπτες συνδεδεμένους

Framing Dissidents

  

Επικοινωνία

Location: Berlin, Germany

Only send SMS +41762833777

Citizen Band Radio:

- Call-channel: 1 FM (frequency modulation)

- Call-sign: EB-1142

CIA's Child Sex Slaves

  

Πατριώτη S.O.S.

  

Greek Dissidents Political Persecution



 

A Greek Government In Exile

  

60+ Trillion Euros Dispute for Greece's Minerals



 

21/06/2020 International Protests

 

Robbed at Copenhagen

 

George Bobolas

 

Prespes-Agreement Superimposed-Reality Ruthless-Propaganda

 

 

 

 

Mielke - Chrisochoidis

 

O/L to British P/M

 

O/L to E. Macron

 

Accountability-Free Genocides

 

Militarized "psychiatry"

 

The Absolute Evil

 

Gang-stalking Greeks

 

Byzantine Atrocities

 

European Dissidents ALARM

 

Human Rights' Court

 

The used up men

 

Dissidents - USG RICO crimes

 

Open Letter to Theresa May

 

Open Letter to António Guterres UN's SG

 

Triangulation - Zersetzen

 

Open Letter to Andrew Parker, MI5

  

Πράξεις ποταπές - Despicable choices

 

 

My father's death

 

Cavitation damage

 

Burglary and vandalism

 

Dry mini submarine

 

Message to Bundeswehr 2

 

Message to Bundeswehr 1

 

“Tough” guys and TOUGH guys

 

Μοναδική λύση, το Χόλιγουντ

 

Charlatans

 

Zeppelin: Beyond Gravity

 

Foreign intervention in Greece?

 

Η ανελεύθερη Ελλάδα

 

Η Ελλάδα καταγώγιο;

 

Αν.Επ. Π. Παυλόπουλο

  

Intangible prisons

 

Plausible deniability

 

Images of German w & s

 

Crimes against Humanity

 

"Chimera" - "Bellerophon"

 

pr. Donald Trump

 

  

Legal Notice 87

 

Βδέλλες, αποικιοκρατικές

 

Being a German

 

Legal Notice 84

 

Dirty colonial methods

 

Georgi Markov, BG - KGB

 

Samples of Barbarity

 

Ελλάδα - αποκόλληση

 

Έλληνες, στο έλεος...

 

Harvester's log 16/3/17

 

 

Legal Notice 66

 

Execrable

 

Legal Notice 62

 

  

My story

 

  

Aggression?

 

  

Η Εστία μου

 

  

Why so untidy?

 

  

Αποικιοκρατία

 

  

Εξόντωση Ελλήνων αντιφρονούντων;

 

  

Ζήτημα εμπιστοσύνης

 

  

Μεθοδικότητα

 

  

Ανοικτή Επιστολή πρέσβη ΗΠΑ

Αφορμή, U2RIT vs Ελλάδα;

Βιοηθική

A request to U2RIT

Colonial aggression - 2

Open Letter to UN S.G.

Open Letter to p.C. & p. O.

Δήλωση πρόθεσης επαναπατρισμού

 

Ο "εφιάλτης" της Νυρεμβέργης

Συλλογή Φωτογραφιών

Αίτημα προστασίας, προς Ιταλία

Chroma key, background removal

Science and Ethics

Να συμβάλει και η U2RIT

Θα ξαναφτιάξουν πολλές φορές Άουσβιτς και Zyclon B

 

Split-Screen effect

Η Ζωή είναι Ωραία.

Βόρεια Κορέα

Λευτεριά στους Έλληνες, εξανα- γκαστικά "Εξαφανισμένους"

 

Μυστικές δίκες;

Trustworthiness

Πολιτισμό, ή, απληστία;

Ακραία Στυγνότητα

Η Τέχνη της Επιβίωσης

Political Asylum 3

Επιστροφή στις ρίζες

The Human Cost of Torture

An urgent appeal for solidarity

More obvious than the Sun

Western "culture"

Political Asylum

Έννομη Προστασία

Μια μήνυση που εγείρει ερωτηματικά

 

 

 

Honor your father...

Noise

Creative Greeks

A pair of Dictatorships

Μήπως, ένα απέραντο “πλυσταριό”; PDF Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση Χρήστη: / 0
ΧείριστοΆριστο 
Συνεννόηση για Δράση - Απόψεις
Συντάχθηκε απο τον/την Χρήστος Μπούμπουλης (Christos Boumpoulis)   
Δευτέρα, 29 Σεπτέμβριος 2014 21:23
karl-hamann.jpg


Σε τι είδους κόσμο ζούμε;

Ζούμε σε καιρό ειρήνης;

Στις αρχές Μαΐου 2014, είχα την τιμή να επισκεφτώ, στην περιοχή Hohenschönhausen, του ανατολικού Βερολίνου, τις φυλακές της Στάζι, δηλαδή, του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας, της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Εκεί συμμετείχα σε κάποια ομάδα τουριστών στην οποία έγινε ξενάγηση στους χώρους της φυλακής. Ο εξαίρετος ξεναγός μας, ο οποίος, μάλιστα, κατείχε επιστημονική γνώση του αντικειμένου για το οποίο μας μιλούσε, μεταξύ πολλών άλλων, μας ενημέρωσε και για κάτι το οποίο, με προβλημάτισε βαθύτατα, μου φάνηκε αδύνατο να το εξηγήσω και μέχρι τη στιγμή που απέκτησα πρόσβαση σε μια επαρκή ποσότητα δεδομένων, παρέμεινε για αρκετό καιρό ένα ανεξήγητο φαινόμενο.

Μας εξιστόρησε, δηλαδή, ότι ένα μέρος από τους πρώην δεσμοφύλακες έχουν δημιουργήσει συλλόγους, ιστοσελίδες και βίντεο στο youtube και ισχυρίζονται, αμετανόητοι, ότι “η πτώση του τοίχους του Βερολίνου ήταν, μόνο, η απώλεια μιας μάχης και ότι ο “πόλεμος”, τελικά, θα κερδηθεί από εκείνους”.

Προσπαθώντας να ερμηνεύσω τις απόψεις τους μέσα από τη δική μου κοσμοεικόνα, δεν μπορούσα να κατανοήσω την απάθεια τους, για τον άδικο ανθρώπινο πόνο από τα βασανιστήρια της Στάζι, για τη γενικευμένη αδικία και ανομία εκείνου του καθεστώτος, για την αντικοινωνικότητά του και για την προδοσία της κοινωνικής εμπιστοσύνης των πολιτών της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Κάποια στιγμή, αργότερα, η έρευνά μου εντόπισε την περίπτωση της κας. Βέρας Λένγκσφελντ.


vera-lengsfeld.jpg


Η Στάζι έμαθε, μέσω του συζύγου της, όχι μόνο για ότι ήταν μια αντιφρονούσα ως προς την κυβέρνηση της πρώην Ανατολικής Γερμανίας και ακτιβίστρια υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και πολύ προσωπικές λεπτομέρειες για τις συζητήσεις τους, κατά τη διάρκεια γευμάτων, ενώ ήταν ξαπλωμένοι στο συζυγικό τους κρεβάτι, ακόμα και λεπτομέρειες για τη σεξουαλική τους ζωή.

Όταν, έξι εκατομμύρια φάκελοι της Στάζι έγιναν διαθέσιμοι για ανάγνωση από τα πρόσωπα που αφορούσαν αυτοί, η κα. Λένγκσφελντ πληροφορήθηκε ότι ο πράκτορας της Στάζι, με κωδική ονομασία “Ντόναλντ”, ο οποίος την κατέδωσε, ήταν ο ίδιος της ο σύζυγος, κ. Νούντ Βόλλενμπέργκερ.

Το 1984, ο κος Βόλλενμπέργκερ υπέγραψε με τη Στάζι ένα συμβόλαιο δεσμευόμενος να καταδίδει, τόσο τη σύζυγό του κα. Λένγκσφελντ, όσο και τον ίδιο τους τον υιό, από ένα προηγούμενο γάμο. Το διαζύγιό της με τον “Ντόναλντ”, έλαβε χώρα το 1992.

Ο κ. Βόλλενμπέργκερ, ο οποίος υποφέρει από ένα προχωρημένο στάδιο της νόσου Πάρκινσον, κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής συνέντευξης ερωτήθηκε από τον παρουσιαστή, “γιατί συμφώνησε να κατασκοπεύσει την ίδια του τη σύζυγο”. Εκείνος, αποκρίθηκε, “Θεώρησα αδιανόητο να αρνηθώ”. Μετά, ρωτήθηκε, “μήπως εξαναγκάστηκε να το πράξει”; “Όχι”, απάντησε. Τότε, ο παρουσιαστής τον ρώτησε, “Εντάξει, τότε, μήπως ήταν εκούσια η δέσμευσή σου αυτή”; Και εκείνος, απάντησε με μια ερώτηση, “τι θα πει, εκούσια”;

Στη συνέχεια, της έρευνάς μου, πληροφορήθηκα για την περίπτωση του κ. Γιώργου Μπακαλιού.


bakalios2.jpg


Ο κ. Γεώργιος Μπακαλιός είναι συνταξιούχος κοινωνικός λειτουργός και κατοικεί στο Βερολίνο από το 1966. Μετανάστευσε στη Γερμανία το 1964 με σκοπό να σπουδάσει Ιατρική, όμως βρέθηκε να ασχολείται με την κοινωνική πρόνοια, αρχικά στο κρατίδιο της Ρηνανίας - Βεστφαλίας και στη συνέχεια στο Βρανδεμβούργο, μέσω του διακονικού έργου της Ευαγγελικής Εκκλησίας.

«Στις 15 Μαΐου 1970 πήγα με τον πατέρα μου και ένα ανδρόγυνο στο Ανατολικό Βερολίνο για να βγάλουμε βίζα διέλευσης. Μας ακολούθησαν όργανα της Στάζι και με συνέλαβαν για κατασκοπεία. Εγώ τούς έλεγα: 'Δεν θα βρείτε τίποτε. Αυτά είναι ανοησίες'”. Υπέστην τεράστια ταλαιπωρία, αλλά και βασανιστήρια από τη Στάζι, όμως αρνιόμουν να υπογράψω. Καταδικάστηκα 12 χρόνια για κατασκοπεία υπέρ της ΚΥΠ τον Μάρτιο του 1972 και τον Μάιο του 1973 μεταφέρθηκα στις φυλακές Μπάουτζεν. Εκεί έμεινα ως τις 26 Μαΐου του 1976» αναφέρει.


bakalios1.jpg
Κελί στις πρώην φυλακές της Στάζι που λειτούργησαν από το 
1951 ως το 1989 και τώρα έχουν μετατραπεί σε μουσείο.


Οι φυλακές Μπάουτζεν δημιουργούν ακόμη και σήμερα ρίγος στους Γερμανούς, αφού λειτουργούσαν υπό την άμεση επίβλεψη του υπουργείου Κρατικής Ασφαλείας, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. 

Το 1976, με την επέμβαση της Δυτικής Γερμανίας αλλά και τη βοήθεια της ελληνικής πρεσβείας (η χώρα μας είχε πια αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας), ο κ. Μπακαλιός αποφυλακίστηκε, στο πλαίσιο προγράμματος εξαγοράς χρόνου φυλάκισης καταδικασμένων για πολιτικά αδικήματα, που λειτουργούσε μεταξύ των δύο Γερμανιών. «Ημουν τυχερός» λέει ο κ. Μπακαλιός. «Πέρασα όμως έξι χρόνια σε τέλεια απομόνωση, χωρίς παράθυρα,και μου δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομιλία» συμπληρώνει. «Μέσα στη φυλακή χάνεις τον προσανατολισμό και τον εαυτό σου. Χρειάστηκε να επιδείξω μεγάλη δύναμη και πειθαρχία για να αντιμετωπίσω την κατάσταση,αλλά και αργότερα,για να σταθώ στα παιδιά και στη σύζυγό μου, τους οποίους δεν είδα για πολλά χρόνια» επισημαίνει. «Με ευνόησαν η συγκυρία και η βοήθεια του Θεού. Πολλές οικογένειες είχαν διαλυθεί ύστερα από αντίστοιχα περιστατικά. Το χειρότερο ήταν ο πόθος να καλύψω τον χαμένο χρόνο. Ήταν παράλογο. Δεν νιώθω πια ούτε μίσος ούτε ανάγκη για εκδίκηση. Μου έμεινε όμως η πικρία και η αδιαφορία» τονίζει.
Η επανένταξη
«Όταν βγήκα από τη φυλακή,η Ευαγγελική Εκκλησία με επαναπροσέλαβε, όμως από το προξενείο μου είπαν “Μην περιμένετε τίποτε από εμάς, σας δίκασαν 12 χρόνια και σας αποφυλάκισαν σε έξι, υπονοώντας ότι υπέστην πλύση εγκεφάλου και έγινα κατάσκοπος” λέει. Ο κ. Μπακαλιός συνέχισε το κοινωνικό έργο του, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα και λειτουργώντας σαν γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας.

Στη ναζιστική Γερμανία, για κάθε 2.000 πολίτες, είχε στρατολογηθεί “εκούσια” και από ένας μυστικός πράκτορας της Γκεστάπο. Ενώ, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, για κάθε 63 πολίτες, είχε στρατολογηθεί και πάλι “εκούσια” και από ένας μυστικός πράκτορας της Στάζι.

Τι θα πει αυτό το “εκούσια”;

Πώς μπορούσε να “πειστεί” ένας σύζυγος να καταδίδει – αληθώς ή ψευδώς – την ίδια του τη σύζυγο και το ίδιο του το παιδί;

Πώς μπορούσε να “πειστεί” ένα πολίτης (σε κάθε 63 άλλους πολίτες) να καταδίδει – αληθώς ή ψευδώς – άλλους αθώους συμπολίτες και συνανθρώπους του;

Τα ίδια ερωτήματα θα μπορούσαμε να θέσουμε και για τις υπόλοιπες δικτατορίες, όπως, στην Ρουμανία, στην Ελλάδα και αλλού: Πώς “πείθονταν” να γίνουν “εκούσιοι” καταδότες ή συκοφάντες, μανάδες των ίδιων των παιδιών τους; Αδελφοί των αδελφών τους; Συγγενείς των συγγενών τους; Άνθρωποι των συνανθρώπων τους;

Απάντηση, μέχρι σήμερα, δεν έχει δοθεί. Ενώ, κάποια ανησυχητικά κοινωνικά φαινόμενα, εγείρουν βάσιμα ερωτηματικά αναφορικά με τον σεβασμό της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης:

  • Γιατί τέτοια κοινωνική απάθεια, αναφορικά με την καθολική παραβίαση της ιδιωτικότητας των προσωπικών δεδομένων;

  • Γιατί τέτοια “εκκωφαντική” σιωπή, εκ μέρους των κυβερνήσεων των δυτικών χωρών, για τις εξωφρενικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στις δυτικές χώρες;

  • Γιατί τέτοια έλλειψη ανανέωσης της στελέχωσης των πολιτικών συστημάτων;

  • Γιατί τέτοια κτηνώδης πολιτική εκδίωξη των γνήσια πολιτικών αντιφρονούντων και των γνήσια ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα;

  • Γιατί τέτοια “εκκωφαντική” σιωπή, εκ μέρους, των διανοουμένων, των αντιφρονούντων πολιτικών και των υποστηρικτών του εθνικού κράτους;

  • Γιατί τέτοια “εκκωφαντική” αποσιώπηση των βαθύτερων αιτίων της διεθνούς οικονομικής κρίσης, καθώς επίσης, και των σχεδόν προφανών λύσεων για την αντιμετώπισή της;

  • Γιατί τέτοια “εκκωφαντική” αποσιώπηση για την εκ νέου, ανάδυση του επαίσχυντου φαινομένου της παλαιο-αποικιοκρατίας;

Κατά την άποψή μου, η ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης, θα πρέπει να προστατευθεί, πριν και πάνω, από το ο,τιδήποτε άλλο.

Δίχως ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης, δεν αποκλείεται, οι κοινωνίες μας να καταντήσουν οιονεί “ζούγκλες” και οι άνθρωποι, μεταφορικά, ή, ρεαλιστικά, να μεταποιηθούν σε “κανιβάλους”.

Σε πρακτικό επίπεδο, η πρώτη προτεραιότητα, νομίζω, θα πρέπει να αφορά την καλλιέργεια, ή, την αποκατάσταση της καθαρής σκέψης.

  • Δίχως καθαρή σκέψη, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε ορθά, το ψεύδος, από την αλήθεια.

  • Δίχως καθαρή σκέψη, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε ορθά, το προσωρινό, από το μόνιμο.

  • Δίχως καθαρή σκέψη, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε ορθά, τα σημαντικά δεδομένα της κάθε χρονικής συγκυρίας, από τα υπόλοιπα.

  • Δίχως καθαρή σκέψη, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε ορθά, ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες της παρούσας στιγμής.

  • Δίχως καθαρή σκέψη, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε ορθά, ποιες είναι όλες οι διαθέσιμες επιλογές μας και ποια από αυτές είναι η βέλτιστη.

Η Ελλάδα, θα γίνει μια Ελεύθερη και Δημοκρατική χώρα, μόνο, εφόσον διασφαλίσουμε, πριν από το ο,τιδήποτε άλλο, ότι η βούληση των Ελλήνων πολιτών είναι Ελεύθερη και Αυθεντική.



Watch Former Stasi Agents Defend Their Deeds


Όλοι μπορούν να προσπαθήσουν, με φυσικό τρόπο, να “καθαρίσουν τη σκέψη” τους, ή, έστω, να “αναβαθμίσουν την καθαρότητα της σκέψης” τους. Όλοι!

Στις μέρες μας, ένα ανυπολόγιστα μεγάλο πλήθος αθώων συνανθρώπων μας, βασανίζεται, ή/και καταστρέφεται σκόπιμα η υγεία του, ή/και χάνεται η ζωή τους, αδικαιολόγητα. Όσοι αποφεύγουν να καταβάλλουν οι ίδιοι, θεληματικά, αυτή την φυσική προσπάθεια αναβάθμισης της καθαρότητας της σκέψης τους, είναι παθητικοί συναυτουργοί για αυτή τη συμφορά, η οποία, ωστόσο, μπορεί να αποφευχθεί.



Σημείωση: οι φωτογραφίες βρέθηκαν, εδώ, εδώ και εδώ.


In Hitler’s Germany, there was one Gestapo agent for every 2,000 citizens. In East Germany, there was one Stasi agent or informer for every 63 citizens, records show.


The Spy in My Bed

Vera Lengsfeld was arrested and tortured by the East German government. Only years later, did she discover it was her husband who informed on her. Bob Jamieson reports.


Hohenschoenhausen Prison in Berlin is the sinister reminder that even now, on the 20th anniversary this Sunday, the work to reunify Germany is still unfinished.

The complex of drab buildings was the secret detention jail for East Germany’s Ministry of State Security—Stasi—the vast and brutal internal army used to control the population. And Hohenschoenhausen, left untouched since Stasi agents fled when the wall came down, was the center of interrogation and torture.

“This was my cell,” said Vera Lengsfeld, who spent a month there awaiting trial as Stasi agents tried to force a confession to opposing the state. She did not know then that the man who betrayed her was her husband.

In the 1980s Vera Lengsfeld was a modest civil-rights activist in the Communist state, with three children and, friends say, very much in love with her husband, a poet. Today she is a trim 58-year-old with a blond bob who has become an influential member of the German Parliament, often at odds with Chancellor Angela Merkel (also a former East German) over individual liberty. She is no longer married.

Walking in what is now a museum, under harsh fluorescent light on long-faded brown linoleum, Lengsfeld stops outside another door. “This was where they did the water torture that made you think you were drowning,” she says without emotion. “And the one next to it was for the Chinese water torture.”

“Doesn’t being a guide here revive bitter memories?” I ask. “No, it doesn’t,” she says. “I give the tours to teach the truth about East Germany, especially to the young.”

In East Germany, there was nowhere Stasi agents or their informers weren’t watching or listening and reporting back to headquarters. Homes were bugged, telephones tapped, mail opened, neighbors spied on neighbors. According to German federal records, there were almost 100,000 Stasi agents and an estimated 500,000 informers under contract to the ministry in a country of 16 million people. Some informed to curry favor with the regime and others were induced with threats.

In Hitler’s Germany, there was one Gestapo agent for every 2,000 citizens. In East Germany, there was one Stasi agent or informer for every 63 citizens, records show.

Lengsfeld was under constant surveillance and harassment. She was expelled from the science academy where she worked and then made her living as a beekeeper and translator.

Finally, in 1988, she was arrested for carrying a sign in a government parade. It quoted the first line of the East German constitution: “Every citizen has the right to express his opinion freely and openly.” The charge was riotous behavior. She remembers that on her arrival at Hohenschoenhausen. “I was fingerprinted and then had to sit on a piece of fabric. That was then placed in a jar to collect my smell.” (Thousands of such jars were found after the wall came down but there has never been an explanation of forensic value, bizarre or otherwise.)

Convicted by a Communist court she was later thrown out of the country, leaving her husband, and her three children behind.

But the worst for Vera Lengsfeld was yet to come.

Tens of thousands of Stasi victims, whose lives were destroyed; who were beaten, tortured, kidnapped or killed, have never seen anyone who was responsible punished.

Thomas Habicht, a leading German journalist who was a target of Stasi agents in West Berlin, says that still casts a shadow over reunification. “The generation of Stasi criminals is still alive, behaves aggressively, and in some cases even has gained influential positions again.” Many of the former agents and officials, Habicht says, still live in the privileged housing built for them by the East German government “which adds insult to serious injury.”

On this subject, Lengfeld’s eyes flash for the first time this day. “I’m angry,” she snaps. While the first and only freely elected East German parliament moved to punish the Stasi agents, she and others believe that to speed reunification, the West German government of Helmut Kohl swept the issue under the rug and subsequent governments have kept it there. “Just look at pensions,” she says. “Because (the Stasi agents’) wages were two or three times higher than the average East German, their pensions now are two or three times higher” than most of the retirees. “East Germany,” she says, “had both victims and perpetrators and we cannot forget that.”

In November, 1989, as chaotic protests against the repressive regime grew, Lengsfeld wanted to return from her exile in Britain to be with her family. On November 9 she arrived in West Berlin and through confusion at the Friedrichstrasse checkpoint, she was able to slip back into East Berlin. Her timing was exquisite: that night the Berlin Wall fell.

The Stasi learned from her husband not only about her opposition to the government but intimate details of dinner table conversations, pillow talk, even their sex life.

In the aftermath, six million files on East German citizens were discovered in Stasi archives. Laid end to end they would be 125 miles long. In 1991, the files were opened for the Stasi victims. It was then that Vera Lengsfeld learned that that the Stasi informer code named “Donald” was her husband, Knud Wollenberger.

In 1984, Wollenberger signed a Stasi contract agreeing to inform on Lengsfeld and her son from a previous marriage. The Stasi learned from her husband not only about her opposition to the government but intimate details of dinner table conversations, pillow talk, even their sex life. She divorced “Donald” in 1992.

Today, she says, “I will never again talk about this.” But those who saw her then described a shattered woman, someone who felt violated in a way she could not at first fully comprehend like, say adultery.

Wollenberger, who suffers from advanced Parkinson’s disease, does not give interviews. But a decade ago when a television interviewer asked why he agreed to spy on his wife he said, “I didn’t think you could say no.” Was he forced to do it? “No.” Well, asked the interviewer, was it voluntary? Wollenberger answered with a question. “What is voluntary?”

There are certain echoes to this story in The Lives of Others, the Oscar winning movie about the Stasi and its victims. In the film—the only serious one on the subject—a playwright’s lover is induced to spy on him with tragic consequences. The playwright has long made his accommodation with the regime, but then turns against it.

Sebastian Koch, who portrayed the playwright, believes many in Germany, like his character, find the Stasi excesses too easy to ignore. “He refused to see it because things were too perfect and he was too productive,” Koch says, “but it will always be there, underneath the surface.”

At the end of the film Koch’s character meets the former minister of state security, still smug and arrogant. “And to think,” the playwright says, “that people like you once ruled a country.”

Habicht, the journalist, says, so far, that question has not been fully answered. “We still have thousands of Stasi victims who, 20 years after reunification, want to learn the truth from their files.”

According to Germany’s Federal Commission, which manages the Stasi archives, two and a half million people have read their personal files. Another six thousand are applying each month to gain access to theirs. Many former East Germans still do not know who spied on them, what was reported and the consequences.

At the same time, Sebastian Koch says Germans should never forget people like Vera Lengsfeld. “There is a larger truth here. You have to commit yourself and face the consequences. You have this moment when you have to react or surrender.”

[source]


20 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ «Με κάρφωσε ο θυρωρός του προξενείου»

Δύο Ελληνες του Βερολίνου, ο αρχιτέκτoνας - πολεοδόμος Κ. Κουβέλης και ο παιδαγωγός- και αιχμάλωτος της Στάζι - Γ. Μπακαλιός, αφηγούνται συγκλονιστικές στιγμές της νύχτας της 9ης Νοεμβρίου 1989 - και όχι μόνο.

Οι σχέσεις της Ελλάδας και της Γερμανίας πέρασαν στον 20ό αιώνα από σαράντα κύματα, με τον πόλεμο, τη μετανάστευση και την Ενωμένη Ευρώπη. Δύο Έλληνες του Βερολίνου, ο αρχιτέκτων - πολεοδόμος κ. Κ. Κουβέλης και ο παιδαγωγός - και αιχμάλωτος της Στάζι - κ. Γ. Μπακαλιός, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει αισίως τέσσερις δεκαετίες στη γερμανική πρωτεύουσα διηγούνται τις αναμνήσεις τους από τη ζωή τους στη Γερμανία και ανατρέχουν στις συγκλονιστικές στιγμές της νύχτας της 9ης Νοεμβρίου 1989.

Ο κ. Γεώργιος Μπακαλιός είναι συνταξιούχος κοινωνικός λειτουργός και κατοικεί στο Βερολίνο από το 1966. Μετανάστευσε στη Γερμανία το 1964 με σκοπό να σπουδάσει Ιατρική, όμως βρέθηκε να ασχολείται με την κοινωνική πρόνοια, αρχικά στο κρατίδιο της Ρηνανίας - Βεστφαλίας και στη συνέχεια στο Βρανδεμβούργο, μέσω του διακονικού έργου της Ευαγγελικής Εκκλησίας. «Το Βερολίνο δεν είχε τότε ακόμη την τεχνογνωσία για τον χειρισμό του ζητήματος της μετανάστευσης. Έτσι, το διακονικό έργο με έφερνε σε επαφή με επιχειρήσεις,με εκπροσώπους της διοίκησης, αλλά και με τους αντιπροσώπους της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής» διηγείται.

Παρ΄ όλο που το Βερολίνο ήταν χωρισμένο στη μέση και οι Γερμανοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου εκατέρωθεν, αυτό δεν ίσχυε για τους ξένους υπηκόους. Πολλοί Έλληνες επέλεγαν να επισκέπτονται τα Σαββατοκύριακα το Ανατολικό Βερολίνο, διότι ήταν πολύ πιο φθηνό. Σταδιακά, κάποιοι από αυτούς γνώρισαν Γερμανίδες- και όχι μόνο-, συνήψαν δεσμούς και έκαναν οικογένειες. «Συχνά ερχόταν η πληροφορία από το προξενείο ότι κάποιος που είχε πάει στο Ανατολικό Βερολίνο δεν επέστρεφε και γινόταν η παράκληση να επέμβουμε, μέσω του διακονικού έργου και νομικών. Έτσι, πήγαινα στους Ανατολικούς και ερχόμουν σε επαφή μαζί τους για τη διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων. Είχα γίνει δηλαδή δίαυλος επικοινωνίας» αναφέρει ο κ. Μπακαλιός. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Ο άλλος ήταν μάλλον πιο πρακτικός, ο οποίος όμως στοίχισε στον κ. Μπακαλιό σχεδόν επτά χρόνια της ζωής του.

Οι αναταραχές

«Όταν οι Έλληνες έπρεπε να κατέβουν στην Ελλάδα, αυτό γινόταν μέσω του Μονάχου. Ωστόσο,για να γίνει αυτό, χρειαζόταν να περάσουν μέσω της Ανατολικής Γερμανίας. Έτσι, δεδομένου ότι απαιτείτο βίζα και ότι οι Έλληνες δεν μιλούσαν καλά τα γερμανικά, συχνά χρειαζόταν να επέμβουμε προκειμένου να αρθούν τυχόν εμπόδια. Συνήθως σε δέκα ημέρες ξέραμε τι είχε συμβεί» λέει. Εν τω μεταξύ, τα ελληνικά πολιτικά πάθη διογκώνονταν και στους Έλληνες της Γερμανίας και αποκορυφώθηκαν με τη χούντα, όταν, όπως εξιστορεί ο κ. Μπακαλιός, λόγω του ρόλου του, «οι μεν με έλεγαν “φασίστα” και οι άλλοι “κομμουνιστή”».

 

«Στις 15 Μαΐου 1970 πήγα με τον πατέρα μου και ένα ανδρόγυνο στο Ανατολικό Βερολίνο για να βγάλουμε βίζα διέλευσης. Μας ακολούθησαν όργανα της Στάζι και με συνέλαβαν για κατασκοπεία. Εγώ τούς έλεγα: “Δεν θα βρείτε τίποτε. Αυτά είναι ανοησίες”. Υπέστην τεράστια ταλαιπωρία, αλλά και βασανιστήρια από τη Στάζι, όμως αρνιόμουν να υπογράψω. Καταδικάστηκα 12 χρόνια για κατασκοπεία υπέρ της ΚΥΠ τον Μάρτιο του 1972 και τον Μάιο του 1973 μεταφέρθηκα στις φυλακές Μπάουτζεν. Εκεί έμεινα ως τις 26 Μαΐου του 1976» αναφέρει. Οι φυλακές Μπάουτζεν δημιουργούν ακόμη και σήμερα ρίγος στους Γερμανούς, αφού λειτουργούσαν υπό την άμεση επίβλεψη του υπουργείου Κρατικής Ασφαλείας, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.

Το 1976, με την επέμβαση της Δυτικής Γερμανίας αλλά και τη βοήθεια της ελληνικής πρεσβείας (η χώρα μας είχε πια αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας), ο κ. Μπακαλιός αποφυλακίστηκε, στο πλαίσιο προγράμματος εξαγοράς χρόνου φυλάκισης καταδικασμένων για πολιτικά αδικήματα, που λειτουργούσε μεταξύ των δύο Γερμανιών. «Ήμουν τυχερός» λέει ο κ. Μπακαλιός. «Πέρασα όμως έξι χρόνια σε τέλεια απομόνωση, χωρίς παράθυρα,και μου δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομιλία» συμπληρώνει. «Μέσα στη φυλακή χάνεις τον προσανατολισμό και τον εαυτό σου. Χρειάστηκε να επιδείξω μεγάλη δύναμη και πειθαρχία για να αντιμετωπίσω την κατάσταση, αλλά και αργότερα, για να σταθώ στα παιδιά και στη σύζυγό μου, τους οποίους δεν είδα για πολλά χρόνια» επισημαίνει. «Με ευνόησαν η συγκυρία και η βοήθεια του Θεού. Πολλές οικογένειες είχαν διαλυθεί ύστερα από αντίστοιχα περιστατικά. Το χειρότερο ήταν ο πόθος να καλύψω τον χαμένο χρόνο. Ήταν παράλογο. Δεν νιώθω πια ούτε μίσος ούτε ανάγκη για εκδίκηση. Μου έμεινε όμως η πικρία και η αδιαφορία» τονίζει.

Η επανένταξη

«Όταν βγήκα από τη φυλακή, η Ευαγγελική Εκκλησία με επαναπροσέλαβε, όμως από το προξενείο μου είπαν “Μην περιμένετε τίποτε από εμάς, σας δίκασαν 12 χρόνια και σας αποφυλάκισαν σε έξι”, υπονοώντας ότι υπέστην πλύση εγκεφάλου και έγινα κατάσκοπος» λέει. Ο κ. Μπακαλιός συνέχισε το κοινωνικό έργο του, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα και λειτουργώντας σαν γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας.

Οι φάκελοι της Στάζι

Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκε στις φυλακές Μπάουτζεν, κάτι που ανακάλυψε δεκαετίες αργότερα, όταν τα αρχεία της Στάζι άνοιξαν στο κοινό. Η Στάζι ενδιαφερόταν για συνεργάτες στο Δυτικό Βερολίνο και προσπάθησε να εκμεταλλευθεί ανθρώπους που είχαν φίλους και οικογένεια στο Ανατολικό. Ο προσεταιρισμός γινόταν με ιδιαίτερο σκληρό τρόπο, καθώς άμα τη εξόδω τους από την Ανατολική Γερμανία τούς προειδοποιούσαν ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν για έξι μήνες. Τότε πολλοί, μπροστά στον κίνδυνο να μη δουν τους δικούς τους, ενέδιδαν στα αιτήματα της Στάζι, μετατρεπόμενοι σε πληροφοριοδότες. Κάποιοι, τα ονόματα των οποίων εντόπισε πολύ αργότερα ο Μπακαλιός, τον «κάρφωσαν» ως συνεργάτη της ΚΥΠ στις ανατολικογερμανικές αρχές. Ο πρώτος ήταν θυρωρός της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στο Βερολίνο και οι άλλοι τέσσερις Έλληνες οικονομικοί μετανάστες. Μάλιστα με τους δύο εξ αυτών ο κ. Μπακαλιός είχε πολύ καλές σχέσεις. Και όμως τον πρόδωσαν. Κατά την προσωπική του έρευνα στα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών εντόπισε μάλιστα στα ονόματα των πληροφοριοδοτών και Έλληνες στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στο Βερολίνο.

 

«Δεν θέλησα ποτέ να τους συναντήσω όλους αυτούς. Κατέδιδαν ψεύδη και το κατάλαβαν και οι ίδιοι οι Ανατολικογερμανοί. Το 1982 ο τότε υπουργός Κρατικής Ασφαλείας Εριχ Μίλκε έφτιαξε ειδική επιτροπή για να ασχοληθεί με την υπόθεσή μου. Διεπίστωσαν λοιπόν ότι οι πληροφοριοδότες τους ήταν ηλίθιοι!» συμπληρώνει ο κ. Μπακαλιός. Το 1999 ο εισαγγελέας Δυτικού Βερολίνου διέταξε αυτεπάγγελτη δίωξη κατά του στρατιωτικού εισαγγελέα και δικαστή που χειρίστηκαν την υπόθεσή του για κατάχρηση εξουσίας, όμως οι δύο κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν την υπόθεση- είχαν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια. Τελικώς αθωώθηκαν. Ακόμη, η καταγγελία που έκανε ο κ. Μπακαλιός στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εναντίον ενός εκ των «σπιούνων» της Στάζι στην Ασφάλεια Καλαμάτας (απ΄ όπου κατάγεται ο πληροφοριοδότης) δεν προχώρησε ποτέ.

Τον Οκτώβριο του 1989 ο κ. Μπακαλιός επισκέφθηκε το Άγιον Όρος μαζί με Γερμανούς πολιτικούς. Στις 29 του μηνός επέστρεψε στο Βερολίνο και, όπως σημειώνει, «οι ανακατατάξεις ήταν αισθητές». «Αισθανόμασταν ότι ερχόταν ανατροπή, όμως κανένας δεν υπολόγιζε ότι το σύστημα θα κατέρρεε. Το λέγαμε τότε στο Κέντρο Πολιτισμού της κοινότητας ότι “κάτι θα γίνει”. Οι τηλεοράσεις άρχισαν να δείχνουν τους Ανατολικούς να περνούν το τείχος. Ήταν ανείπωτη η χαρά που ένιωθαν. Ήθελαν να βρεθούν με τους Δυτικούς και να επικοινωνήσουν μαζί τους» προσθέτει. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η πρώτη τους εμπειρία στη Δύση ήταν προβληματική, αφού έκαναν ουρές έξω από τις τράπεζες για τα 100 μάρκα. «Έλεγαν τότε - και δικαίως - “είναι δυνατόν να περιμένω 40 χρόνια για να βρεθώ έξω από τις τράπεζες;”. Έπρεπε να είχε γίνει καλύτερα η ενσωμάτωση, αφού πλέον ο μεν Δυτικογερμανός θεωρεί τον Ανατολικογερμανό “Αλβανό”, ο δε Ανατολικός τον Δυτικό αλαζόνα» συμπληρώνει. Βέβαια, όπως λέει, «ευχαριστούμε την Παναγία που έριξε το Τείχος».

Για το κοινωνικό έργο του, αλλά και για τη συμβολή του στην ελληνογερμανική φιλία, ο κ. Μπακαλιός έχει λάβει τον Μεγαλόσταυρο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.


[source]

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 03 Οκτώβριος 2014 15:10