Αγορά Πολιτών

Τρόπος Συμμετοχής

Χορηγίες

Πολίτες στην Αγορά

Έχουμε 439 επισκέπτες συνδεδεμένους

Επικοινωνία

Γερμανία 004917667046073 (SMS)

7/3/2017, 20:00

European Dissidents ALARM

 

Zeppelin: Beyond Gravity

 

Foreign intervention in Greece?

 

Η ανελεύθερη Ελλάδα

 

Η Ελλάδα καταγώγιο;

 

Αν.Επ. Π. Παυλόπουλο

  

Intangible prisons

 

Plausible deniability

 

Images of German w & s

 

Crimes against Humanity

 

"Chimera" - "Bellerophon"

 

pr. Donald Trump

 

  

Legal Notice 87

 

Βδέλλες, αποικιοκρατικές

 

Being a German

 

Legal Notice 84

 

Dirty colonial methods

 

Georgi Markov, BG - KGB

 

Samples of Barbarity

 

Ελλάδα - αποκόλληση

 

Έλληνες, στο έλεος...

 

Harvester's log 16/3/17

 

 

Legal Notice 66

 

Execrable

 

Legal Notice 62

 

  

My story

 

  

Aggression?

 

  

Η Εστία μου

 

  

Why so untidy?

 

  

Αποικιοκρατία

 

  

Εξόντωση Ελλήνων αντιφρονούντων;

 

  

Ζήτημα εμπιστοσύνης

 

  

Μεθοδικότητα

 

  

Ανοικτή Επιστολή πρέσβη ΗΠΑ

Αφορμή, U2RIT vs Ελλάδα;

Βιοηθική

A request to U2RIT

Colonial aggression - 2

Open Letter to UN S.G.

Open Letter to p.C. & p. O.

Δήλωση πρόθεσης επαναπατρισμού

 

Ο "εφιάλτης" της Νυρεμβέργης

Συλλογή Φωτογραφιών

Αίτημα προστασίας, προς Ιταλία

Chroma key, background removal

Science and Ethics

Να συμβάλει και η U2RIT

Θα ξαναφτιάξουν πολλές φορές Άουσβιτς και Zyclon B

 

Split-Screen effect

Η Ζωή είναι Ωραία.

Βόρεια Κορέα

Λευτεριά στους Έλληνες, εξανα- γκαστικά "Εξαφανισμένους"

 

Μυστικές δίκες;

Trustworthiness

Πολιτισμό, ή, απληστία;

Ακραία Στυγνότητα

Η Τέχνη της Επιβίωσης

Political Asylum 3

Επιστροφή στις ρίζες

The Human Cost of Torture

An urgent appeal for solidarity

More obvious than the Sun

Western "culture"

Political Asylum

Έννομη Προστασία

Μια μήνυση που εγείρει ερωτηματικά

 

 

 

Honor your father...

Noise

Creative Greeks

A pair of Dictatorships

Και οι πολίτες; Τι μέτρα προστασίας έλαβαν; PDF Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση Χρήστη: / 0
ΧείριστοΆριστο 
Συνεννόηση για Δράση - Απόψεις
Συντάχθηκε απο τον/την Χρήστος Μπούμπουλης (Christos Boumpoulis)   
Τετάρτη, 18 Ιανουάριος 2017 17:49


Και οι πολίτες; Τι μέτρα προστασίας έλαβαν;

Το άρθρο με τίτλο «Η εξομολόγηση μιας δικαστίνας», δημοσίευσα στην ιστοσελίδα www.agorapoliton.gr την Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010.

 

Γερμανία 18/1/2017. Η ηρωική δικαστίνα κα. Εβά Ζολί, το έτος 2000, πράττει το καθήκον της απέναντι στους συνανθρώπους της, ρισκάροντας ταυτόχρονα την ίδια της την ζωή και δημοσιεύει το εν λόγω βιβλίο της για τους λόγους οι οποίοι οδηγούν στην κατάρρευση των δημοκρατικών θεσμών, άρα, και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Ελευθερίας, στην Ευρώπη. Κατά το έτος 2010, η ασημαντότητά μου δημοσίευσε, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, το άρθρο της εφημερίδας «Η Καθημερινή», για το βιβλίο της κας. Ζολί. Από τότε (2000/2010) έχουν μεσολαβήσει 17/7 χρόνια. Τόσο οι Έλληνες ιθαγενείς πολίτες, όσο, και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι πολίτες, σε ποιες ακριβώς, αποτρεπτικές, είτε, διορθωτικές, ενέργειες προχώρησαν, ώστε, σύμφωνα με τα στοιχειώδη, πολιτικά και κοινωνικά, καθήκοντά τους, να διασώσουν τις ζωές των έντιμων και πατριωτικών πολιτών, των οποίων τις ζωές, αυτό ήταν ολοφάνερα προδιαγεγραμμένο, θα επιχειρούσαν να καταστρέψουν (zersetzen torture, πολιτικές/δικαστικές/ψυχιατρικές διώξεις, κ.λπ.), τα οργανωμένα εγκληματικά συμφέροντα;

Λοιπόν, τα σύκα – σύκα και η σκάφη – σκάφη. Το «κρυφτό» έλαβε τέλος. Και τα «χατζηχαδιαρίσματα» έλαβαν τέλος. Η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και η αξία της ανεκτίμητη. Κανείς· ΚΑΝΕΙΣ, δεν δικαιούται να την καταστρέφει.

Αν οι πολίτες δεν έπραξαν το παραμικρό, τότε, αυτό αποτελεί ένα ειδεχθές έγκλημα δια σκόπιμης παράλειψης.

Δεν γνωρίζω, ούτε, το εάν, ούτε, το πότε, ούτε, το πώς, θα μπορέσουμε να διαφύγουμε από τη σημερινή, Εθνική και Διεθνή, συμφορά. Γνωρίζω, όμως ότι, εάν και όταν πράγματι υπάρξει μια τέτοια διαφυγή, τότε, δεν θα βρεθεί ούτε ένας έντιμος άνθρωπος να αναλάβει κάποιον ηγετικό ρόλο, παρά μόνον, εφόσον, αυτοπροαίρετα, οι ιθαγενείς Έλληνες πολίτες, απολογηθούν για το εν λόγω ειδεχθές έγκλημά τους και ορίσουν μια δίκαιη τιμωρία. Και με βάση τις καταστροφές που προξένησε αυτό το έγκλημα, αντιλαμβάνεται ο καθένας, και την αυστηρότητα, και τη διάρκεια αυτής της δίκαιης τιμωρίας.

Γιατί έτσι είναι: ο καθένας, τη δική του τη ζωή μπορεί να την ορίσει όπως θέλει, όμως, τις ζωές των αθώων συμπολιτών του, σύμφωνα με τα καθήκοντα του πολίτη, οφείλει να τις προστατεύει έμπρακτα και έγκαιρα και όχι, παριστάνοντας το «κορόιδο», να τις παραχωρεί για απάνθρωπη εκμετάλλευση στα παράνομα μισθοφορικά στρατεύματα (αν υπάρχουν τέτοια) των αποικιοκρατών της εποχής μας.

Χρήστος Μπούμπουλης

Οικονομολόγος

 

Εισαγωγικό σημείωμα (2010): Στη γιγάντωση του προβλήματος του «διαπλεκόμενου οικονομικού εγκλήματος» συνεργούν πολλοί παράγοντες: υπερσυγκέντρωση οικονομικής και συμβολικής (Μ.Μ.Ε.) δύναμης σε ελάχιστα πρόσωπα, κατάρρευση συστήματος δικαιοσύνης, ισχυρά αμφισβητήσιμη ανεξαρτησία πολιτικού συστήματος, χαμηλή μέση κατά κεφαλήν καλλιέργεια, δηλαδή, αδυναμία διάκρισης μεταξύ εντυπώσεων και πραγματικότητας, συλλογική παραίτηση από ηθικές αξιώσεις, γιγάντωση της ανεργίας και της κοινωνικής απελπισίας και απώλεια ατομικής και συλλογικής ελπίδας. Με βάση τις προσωπικές μου εμπειρίες σε σχέση με την οικονομική μαφία, θα ήθελα να επιβεβαιώσω και να επαυξήσω αυτά που εξιστορεί η Εβά Ζολί, μια, πράγματι, μεγάλη Κυρία. Η μανία για χρήμα και κυριαρχία της οικονομικής μαφίας την οδηγεί στη διάπραξη ακόμη και εγκλημάτων κατά της ανθρώπινης ζωής. Στη λύση αυτού του προβλήματος θα μας οδηγήσει νομοτελειακά η οικονομική πτώχευση της πατρίδας μας και η εσώτερη τάση του καθενός μας, να διαφυλάξει και να οδηγήσει στην ευημερία και την προκοπή, ό,τι ο καθένας αγαπά. (Χ.Μ.)

Το άρθρο με τίτλο «Η εξομολόγηση μιας δικαστίνας», δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 8/10/2000.

Η Εβά Ζολί περιγράφει σε βιβλίο τη σύγκρουση της δικαστικής εξουσίας με το διαπλεκόμενο οικονομικό έγκλημα.

Σε μια ευαίσθητη πολιτική περίοδο, κατά την οποία ως κρισιμότερο έργο αναδεικνύεται η απορρόφηση της οικονομικής προόδου από τη Δημοκρατία και σε μια στιγμή που οι εδώ δικαστικές αρχές αποτολμούν να «ακουμπήσουν» επικίνδυνες «προστατευμένες» περιοχές του πολιτικοοικονομικού μας βίου, ένα βιβλίο από τη Γαλλία έρχεται να ρίξει φως στη σκοτεινή πλευρά του σύγχρονου, πολυδαίδαλου, και συνδεδεμένου με την πολιτική, οικονομικού κόσμου. Μια δικαστίνα από το Παρίσι περιγράφει την εμπειρία της από τη σύγκρουση της δικαστικής εξουσίας με το ευρέως διαδεδομένο οικονομικό έγκλημα, με τη διαφθορά και την πολιτικοοικονομική διαπλοκή που σκιάζει τη Δημοκρατία και απειλεί τη συνοχή των κοινωνιών.

Η πενηντάχρονη Εβά Ζολί, στο βιβλίο της που φέρει τον τίτλο «Υπόθεση όλων μας», εξομολογείται την πολύχρονη επαφή της με το φαινόμενο της διαπλοκής, περιγράφει τις πολιτικές και άλλες δυσκολίες που συνάντησε κατά τη διερεύνηση μεγάλων οικονομικών σκανδάλων και αποκαλύπτει τους κινδύνους που απειλούν τις σύγχρονες Δημοκρατίες, οι οποίες τείνουν να μετατραπούν σε θέατρα σκιών. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη καταγραφή του μοντέρνου οικονομικού κόσμου, η οποία σαφώς αντικρίζεται στη σύγχρονη ελληνική οικονομική και πολιτική πραγματικότητα. Στο συνταρακτικό αυτό βιβλίο, που ήδη συγκλονίζει τη Γαλλία, πολλοί θα βρουν τις συνδέσεις με τα εδώ τεκταινόμενα και θα δουν μέσα από τις σελίδες του να φωτογραφίζονται τα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικοοικονομικής διαπλοκής και οι μέθοδοι συγκάλυψης και προστασίας του οικονομικού εγκλήματος. Και άλλοι θα αναγνωρίσουν συγγενείς καταστάσεις, παρόμοια εμπόδια, ανάλογες πιέσεις, όλο εκείνο το σύνολο των προσώπων και των μηχανισμών, που, όταν ενεργοποιείται, συνθλίβει και παρασύρει στην αφάνεια κάθε αντιστεκόμενο. (Α.Β.Κ.)

«Υπόθεση όλων μας»

«Μπορεί κάποιος να πει ότι εκείνη τη μέρα, η πανούκλα έγινε υπόθεση όλων μας. Μέχρι τότε, παρά την έκπληξη και την ανησυχία που τους είχαν προκαλέσει τα γεγονότα αυτά, οι συμπολίτες μας συνέχιζαν ν’ ασχολούνται με τα δικά τους, ο καθένας όπως το μπορούσε, από τη συνηθισμένη του θέση. […]. Μα την αλήθεια, χρειάστηκαν αρκετές ημέρες ώστε να αντιληφθούμε ότι βρισκόμασταν σε μια κατάσταση χωρίς συμβιβασμό, και ότι οι λέξεις «ταλαντεύομαι», «χάρη», «εξαίρεση» δεν είχαν πια κανένα νόημα». [«Πανούκλα», Albert Camus]

Με αυτές τις λέξεις ξεκινά το εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο της η Eva Joly, δικαστικός στο τμήμα οικονομικών υποθέσεων του Πρωτοδικείου του Παρισιού και ανακριτής σε μια σειρά από πολύκροτες υποθέσεις και σκάνδαλα, όπως:

Την έρευνα σε δοσοληψίες ξεπλύματος βρώμικου χρήματος της μεγαλύτερης τότε γαλλικής τράπεζας «Credit Lyonnais» που μαζί με άλλα προβλήματα, οδήγησε στην κατάρρευσή της.

Την έρευνα που οδήγησε στην πτώση και φυλάκιση του Bernard Taple, «επιχειρηματία» μεγάλου βεληνεκούς και πρώην υπουργού.

Την έρευνα που ακόμη συνεχίζεται στην πετρελαϊκή εταιρεία «Elf» και η οποία οδήγησε το διευθύνοντα σύμβουλό της στη φυλακή και τον Roland Dumas, πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας και επιστήθιο φίλο του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Francois Mitterand, στην παραίτηση από το αξίωμα του προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Η συγγραφέας

Γεννημένη στο Όσλο, η Eva Joly προέρχεται από μια τυπική αγροτική οικογένεια της Νορβηγίας. Φοιτήτρια γαλλικής φιλολογίας, το 1964 έρχεται στο Παρίσι ως γκουβερνάντα, για να εξασκήσει τη γαλλική γλώσσα. Στη χώρα υποδοχής που γίνεται γι’ αυτή η Γαλλία, στην αρχή εργάζεται ως γραμματέας σε μια μικρή επιχείρηση ενώ, παράλληλα, σπουδάζει νομικά παρακολουθώντας βραδινά μαθήματα. Το 1973 καταλαμβάνει τη θέση της νομικής συμβούλου σε ένα περιφερειακό ψυχιατρικό νοσοκομείο. Το 1981 περνά με επιτυχία έναν έκτακτο διαγωνισμό του υπουργείου Δικαιοσύνης για την είσοδό της στο δικαστικό σώμα. Ακολουθεί η πρώτη της τοποθέτηση, για δυο χρόνια στο πρωτοδικείο της Orleans (μικρομεσαία επαρχιακή πόλη) και η δεύτερη, για έξι χρόνια, στο Evry (προάστιο το Παρισιού με ιδιαίτερα προβλήματα εφηβικής εγκληματικότητας), κατά τη διάρκεια των οποίων είχε την ευκαιρία να βιώσει την καθημερινότητα της αναζήτησης και της απονομής της δικαιοσύνης.

Το 1990 εντάσσεται ως νομικός σύμβουλος στη Διυπουργική Επιτροπή για την Ανασυγκρότηση της Βιομηχανίας (CIRI), από την οποία αποχωρεί το 1992 ως αναπληρωτής γενικός γραμματέας, πρώτη γυναίκα και μη απόφοιτος της σχολής δημόσιας διοίκησης της Γαλλίας (ENA) που καταλαμβάνει τη θέση αυτή. Το 1992 επιστρέφει στο δικαστικό σώμα κι επιλέγει, ύστερα κι από την εμπειρία της στα οικονομικά θέματα, το τμήμα οικονομικών υποθέσεων του πρωτοδικείου του Παρισού, όπου συνεχίζει μέχρι σήμερα.

Το βιβλίο

Ο λόγος που οδήγησε την Eva Joly στη συγγραφή του βιβλίου αυτού, ήταν να δώσει ξεκάθαρα τη δική της άποψη για το θέμα της διαπλοκής, απέναντι στον έντεχνο πόλεμο των φημών [με τις οποίες ο λαός μπορεί να οδηγηθεί να πιστεύει ότι το άσπρο είναι μαύρο και το μαύρο, άσπρο, Χ.Μ.] και της παραπληροφόρησης από μέρους των μεγάλων δικηγορικών γραφείων, των κατευθυνόμενων ΜΜΕ και λοιπών «εταιρειών επικοινωνίας» που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ισχυρότατοι αντίπαλοί της. Και να περιγράψει, με πάθος αλλά και επιχειρήματα, την καθημερινή μάχη που δίνουν, συχνά με ελάχιστα μέσα στη διάθεσή τους, οι δικαστές και ειδικοί ανακριτές, αλλά και τα στελέχη των σωμάτων καταπολέμησης του οικονομικού εγκλήματος, οι τελωνειακοί υπάλληλοι και οι απλοί αστυνομικοί ενάντια στην έφοδο που η διαφθορά έχει εξαπολύσει στις κοινωνίες μας.

Μπροστά στην απλοϊκή εικόνα που διαμορφώνουν τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ για τους δικαστές και το έργο τους στη Γαλλία, την Ιταλία και αλλού, η Eva Jolly απαντά με σθένος:

«Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας.

Μας λένε ισχυρούς. Μας γνωρίζω φτωχούς σε μέσα, με ατελή κατάρτιση και κακή οργάνωση. Μας παρουσιάζουν διψασμένους για εξουσία. Μας παρουσιάζουν διψασμένους για δύναμη. Ξέρω το τίμημα που πολλοί από εμάς πληρώνουν για να μην κρατούν τα μάτια τους κλειστά.

Μας υποψιάζονται ως συνωμότες μιας μεγάλης πλεκτάνης. Βλέπω τα μικρά μας βήματα, αβέβαια και ασταθή σ’ έναν κόσμο χωρίς νόμο, στο λαβύρινθο των σύγχρονων χρηματοοικονομικών συναλλαγών, όπου η έλλειψη κανόνων προκαλεί ίλιγγο.

Μας παρουσιάζουν ακόμη σαν σκοτεινούς εκδικητές. Γνωρίζω όμως πολύ καλά την αδικία της επιβολής του νόμου στους αδύναμους και ανίσχυρους την ίδια ώρα που οι ισχυροί δρουν με ένα αίσθημα ατιμωρησίας που ξεπερνά κάθε όριο.

Μας κατηγορούν ότι εθελοτυφλούμε μπροστά στο γενικό συμφέρον. Βλέπω τόσες ομοιότητες, στη Γαλλία και στο εξωτερικό, ανάμεσα στη διαφθορά που ενδημεί στο κράτος και στις κάθε είδους μαφίες. Τα ίδια δίκτυα, «οι ίδιοι άνθρωποι για όλες τις δουλειές», οι ίδιες τράπεζες, οι ίδιες μαρμάρινες βίλες».

Είναι βέβαιο ότι πολλοί περίμεναν στη γωνία ένα δικαστή που είχε το «θράσος» να απευθυνθεί απευθείας στην κοινή γνώμη. Δεν θα ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που η Eva Joly θα βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα, όπως τις φορές εκείνες που πληροφορίες της ανακριτικής διαδικασίας βρέθηκαν, χωρίς δική της εμπλοκή, στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων.

Όσοι όμως είχαν στοιχηματίσει σε εντυπωσιασμούς και «πυροτεχνήματα», απογοητεύτηκαν. Χωρίς παραβίαση του απορρήτου της ανάκρισης και αποκαλύψεις, λιτή αλλά δυναμική συνηγορία που μας οδηγεί στο να συνειδητοποιήσουμε την απειλή που αποτελεί το σύγχρονο οικονομικό έγκλημα για τη δημοκρατία, το βιβλίο αυτό αποτελεί την επανάσταση μιας απλής δημοσίου υπαλλήλου, κόντρα στους «ισχυρούς» και τους κυνικούς που τριγυρνούν γύρω από τα πολιτικά γραφεία.

«Κάθε μέρα στην Ευρώπη, δικαστές εισχωρούν όλο και περισσότερο στο σκοτεινό δαίδαλο των επικίνδυνων σχέσεων ανάμεσα στην οικονομία, το έγκλημα και την πολιτική. Αυτά που ανακαλύπτουν, κι ας είναι η κορυφή μόνο του παγόβουνου, είναι ανατριχιαστικά: κρυφές προμήθειες και μαζικές υπεξαιρέσεις, εταιρείες φαντάσματα και εικονικές πληρωμές, προσωπικός πλουτισμός και τροφοδοσία «κρυφών ταμείων» των πολιτικών κομμάτων και το χειρότερο, ανεκτικότητα μπροστά στο φαινόμενο μιας συγκεκριμένης πολιτικής που λειτουργεί σαν ιδιότυπη μαφία».

Και η συγγραφέας συνεχίζει:

«Γράφω γιατί θέλω να διηγηθώ την αδικία που η δική μας γενιά δικαστών ανακαλύπτει κάθε μέρα σε όλη την Ευρώπη. Γράφω για να εμποδίσω εκείνους που επιθυμούν για την αρρώστια αυτή, τη χειρότερη θεραπεία: ένα πέπλο αδιαφάνειας ανάμεσα στην εξουσία και τον πολίτη, μέσα από κανόνες και διεθνείς συμφωνίες χωρίς ισχύ που ουσιαστικά εξασφαλίζουν την ατιμωρησία στο μεγάλο οικονομικό έγκλημα. Τότε βεβαίως, κανείς πια δεν θα βλέπει το έγκλημα. Η δημοκρατία όμως θα έχει γίνει ένα θέατρο σκιών».

Στη συνέχεια, η δομή του βιβλίου ακολουθεί τη ζωή και την καριέρα της Eva Joly, από την άφιξή της στη Γαλλία το 1964 και την πρώτη της θέση το 1973 στο περιφερειακό ψυχιατρικό νοσοκομείο της Essonne, μέχρι το 1992 όπου επιλέγει το τμήμα οικονομιών υποθέσεων στο πρωτοδικείο του Παρισιού.

Κατά της διαφθοράς

Η αίσθηση που διαχέεται μέσα από την αφήγηση είναι αυτή μιας συνάντησης. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η προσωπική διαδρομή ενός ανθρώπου που κινείται έξω από τα πεπατημένα μονοπάτια. Μετανάστης, εργαζόμενη μητέρα με νυχτερινές σπουδές, εντάχθηκε στο δικαστικό σώμα χωρίς να περάσει από τις συνηθισμένες διόδους πρόσβασης και ακολούθησε μια ξεχωριστή επαγγελματική πορεία με ιδιαίτερες εμπειρίες. Από την άλλη, ο αναγνώστης παρακολουθεί τη σταδιακή συνειδητοποίηση του προβλήματος της διαφθοράς, περνώντας από την άγνοια του φαινομένου στην απλή επίγνωση της ύπαρξής του και από την αδιαφορία ή την ανοχή, στην αποφασιστικής σημασίας σύγκρουση της τρίτης εξουσίας μαζί του. Το ψυχιατρικό νοσοκομείο, η τριβή με την καθημερινότητα της δικαιοσύνης στα πρωτοδικεία της Orleans και το Evry, το πέρασμα τέλος, από τα υψηλά κλιμάκια της γαλλικής δημόσιας διοίκησης, εκεί όπου σταδιοδρομούν συνήθως μόνο άντρες που προέρχονται από τις λεγόμενες «μεγάλες σχολές» (Grandes Ecoles) της ελίτ του γαλλικού κράτους, φαίνεται να προετοίμαζαν την Eva Joly για τη συνάντησή της με το οικονομικό έγκλημα.

Μια συνάντηση με έντονο το στοιχείο της τύχης, όπου προσπαθεί να εξηγήσει στο κεφάλαιο με τίτλο «Πώς ανακάλυψα το οικονομικό έγκλημα».

«Το 1992 εντάχθηκα σε ένα ανακριτικό γραφείο όπου επικρατούσε η τάξη και όπου εκκρεμούσαν συνολικά 26 υποθέσεις, στο μεγαλύτερο μέρος του ανώδυνες μικροαπάτες. […]. Ένας συνάδελφος ήρθε ένα βράδυ για να με ρωτήσει εμπιστευτικά γιατί τα ίδια κεφάλαια αποτελούν κομμάτι του παθητικού στον ισολογισμό μιας εταιρείας – πράγμα που αποτελεί μια από τις βάσεις της λογιστικής. Δεν έφταιγε βέβαια σε τίποτα: στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κατάρτιση που μπορεί να παρακολούθησε δεν θα ξεπέρασε τις δεκαπέντε μέρες».

Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει χάρη σε ένα νόμο για τις πτωχεύσεις που ψηφίστηκε στη Γαλλία το 1985, με τον οποίο ο νομοθέτης ενίσχυσε το ρόλο της εισαγγελίας στις σχετικές διαδικασίες, για να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της κερδοσκοπίας με τα στοιχεία του ενεργητικού κάποιων «υπό πτώχευση» εταιρειών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας: «Μια νέα γενιά δικαστικών καταπιάστηκε με τον κόσμο των επιχειρήσεων, προσπαθώντας να ξεχωρίσει πότε μια εταιρεία έχει «συγκυριακά προβλήματα ρευστότητας» και πότε η οικονομική της κατάσταση ‘διακυβεύεται ανεπανόρθωτα’».

Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε μόνο από την πλευρά της δικαιοσύνης. Την ίδια στιγμή «μια μικρή επανάσταση λάμβανε χώρα στην αστυνομία», καθώς η οικονομική κρίση είχε στρέψει προς αυτήν χιλιάδες υποψηφίους με πολύ περισσότερα προσόντα απ’ ό,τι παλαιότερα.

«[…] Ο αστυνομικός διευθυντής που παρακολούθησε απ’ άκρου σε άκρο την υπόθεση «Elf» ήταν 29 ετών, όταν ξεκίνησε και είχε τελειώσει μια φημισμένη πανεπιστημιακή σχολή. Ο επικεφαλής της διεύθυνσης οικονομικού εγκλήματος, νέος αστυνομικός διευθυντής, ήταν απόφοιτος της «Saint Gyr» (αντίστοιχη της δικής μας Σχολής Ευελπίδων), ενώ ο βοηθός του προερχόταν από τη διεύθυνση εγκλήματος. Μαζί συγκροτούσαν μια πολύ δυνατή ομάδα». Για τη συγγραφέα, ήταν σαφές ότι η απελευθέρωση των αγορών θα επηρέαζε βαθύτατα τη δικαιοσύνη και πως η θεαματική εμφάνιση στο προσκήνιο των ανακρίσεων σε σημαντικές οικονομικές υποθέσεις, ήταν πλέον αναπόφευκτη. Το πότε ακριβώς η εξέλιξη αυτή θα ερχόταν στην επιφάνεια, εξαρτιόταν περισσότερο από την τύχη ή τη συγκυρία και λιγότερο από τα συγκεκριμένα πρόσωπα που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.

Χαρακτηριστικά τονίζει: «Από όλες τις πλευρές, τα πάντα ήταν έτοιμα για την αλλαγή. Η κατάσταση είχε ωριμάσει και σύντομα τα γεγονότα θα μας καθιστούσαν δέσμιούς τους. […].

Αν εμείς είχαμε διστάσει να τολμήσουμε σε κάποια υπόθεση, άλλοι συνάδελφοι, έξι μήνες ή ένα χρόνο αργότερα θα το είχαν κάνει στη θέση μας, στο πλαίσιο κάποιας άλλης ανάκρισης».

Κάποιοι βέβαια, ξαφνιασμένοι και δυσαρεστημένοι από την εξέλιξη των γεγονότων βιάστηκαν να βάλουν ταμπέλες και μίλησαν με ιδιαίτερη ευκολία για τη νέα Ιερά Εξέταση, ή για μια νέα μαφία, τη «λευκή μαφία» των δικαστών. Σε αυτούς απαντά:

«Όταν μια κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό μας, η όποια εξήγηση μπορεί να είναι ανακουφιστική. Δέκα χρόνια τώρα, ορισμένοι πολιτικοί προσπαθούν να δικαιολογηθούν μέσα από μια υποτιθέμενη αντιπαλότητα των δικαστικών απέναντί τους. Συνεχίζοντας να ψάχνουν όμως για μια συνωμοσία, δεν θα βρουν τίποτε».

Και συνεχίζει: «Συζητώντας με άλλους δικαστές όταν οι πρώτες υποθέσεις βγήκαν στην επιφάνεια, θεωρούσαμε ότι ήταν σημάδι μιας υγιούς δημοκρατίας και καλής λειτουργίας των θεσμών σήμερα, βλέπω ότι όλοι μας ήμασταν το ίδιο αφελείς και τυφλοί μπροστά στην πραγματικότητα. Ίσως, γιατί εμείς οι δικαστές έχουμε από τη φύση της δουλειάς μας μια ιδεατή εικόνα της κοινωνίας. Ο ποινικός κώδικας είναι το καθημερινό μας εργαλείο: φανταζόμαστε έτσι ότι ο νόμος τηρείται πιο πιστά απ’ ότι στην πραγματικότητα (…).

Αντί λοιπόν για τον Torquemada της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης, θα έλεγα ότι μοιάζαμε πολύ περισσότερο στον Fabrice, τον ήρωα του Stendhal, ο οποίος δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν μέσα στην καρδιά της μάχης και του πολέμου».

Από εκείνο το σημείο και μετά, ακολουθεί ο πολλαπλασιασμός των υποθέσεων οικονομικού εγκλήματος με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη η δικαιοσύνη. Και για να εξηγήσει το φαινόμενο, προσθέτει αφοπλιστικά:

«Αρκούσε κάποιος να σπρώξει την πόρτα (…)

Για δεκαετίες οι δικαστές, συμπεριφερόντουσαν σαν να περνούσαν μπροστά από ένα κτίριο η πόρτα του οποίου έμενε πεισματικά κλειστή. Για δεκαετίες, δεν τολμούσαν να περάσουν το κατώφλι της.

Και ξαφνικά, μια μέρα βρήκαν ένα κλειδί: πίσω από την πόρτα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα περιβάλλον εντελώς άγνωστο και μέσα σ’ αυτό κι άλλες πόρτες, που έπρεπε να τις σπρώξουν κι εκείνες με τη σειρά τους. Κομμάτι – κομμάτι, ένας λαβύρινθος παρουσιάστηκε, πιο μακρύς και πιο σύνθετος απ΄ ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν».

Και γυρνώντας στη δική της περίπτωση, συνεχίζει: «Ο καθένας από εμάς προχώρησε στο λαβύρινθο αυτό ανάλογα με το χαρακτήρα του και με τις υποθέσεις που είχε να αντιμετωπίσει. Σε ό,τι με αφορά, βρήκα στην πορεία έξι κλειδιά που με βοήθησαν κάθε φορά να προχωρήσω λίγο πιο μακριά». Το επόμενο κομμάτι του βιβλίου είναι ίσως από τα πλέον σημαντικά. Κι αυτό γιατί με τα «έξι κλειδιά», που μας παραθέτει η Eva Joly, μας αποδεικνύει ότι για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι θεσμοί, κι εν προκειμένω η δικαιοσύνη, δεν χρειάζονται θαύματα.

Απλά η θέληση και το πείσμα των ανθρώπων που τους υπηρετούν.

«Με το που εγκαταστάθηκε στο γραφείο μου, θεώρησα ότι έπρεπε να αντιμετωπίζω το οικονομικό έγκλημα όπως κάθε άλλη εγκληματική πράξη. Αυτό ήταν το πρώτο κλειδί».

Κι εξηγεί: «Όταν ένας κακοποιός σημάδευε στο κεφάλι τον ιδιοκτήτη ενός βενζινάδικου για να του κλέψει 6.000 γαλλικά φράγκα η δικαιοσύνη τον κατεδίωκε με τρόπο μεθοδικό και αμείλικτο, μέχρι την τελική του καταδίκη. Όταν όμως ο διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας υπεξαιρούσε εκατό εκατομμύρια φράγκα η δικαιοσύνη τον περιτριγύριζε με μια πλειάδα προφυλάξεις.

Οι μέθοδοι

Ύστερα από οκτώ χρόνια στην Orleans και στο Evry γνώριζα καλά ποιες ανακριτικές μέθοδοι ήταν αποτελεσματικές: παρακολουθήσεις συνδιαλέξεων και ατόμων, εντάλματα έρευνας και επισχέσεις, προφυλακίσεις και περιοριστικοί όροι. Δεν δίστασα λοιπόν να υιοθετήσω τις ίδιες ακριβώς τεχνικές στις υποθέσεις που είχα αναλάβει».

Τα επόμενα δύο κλειδιά για την Eva Joly, ήταν η συνεργασία της με τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές.

«Με τους αστυνομικούς, δημιούργησα αμέσως σχέσεις αμεσότητας και η διεύθυνση οικονομικού εγκλήματος της αστυνομίας με ακολούθησε με ενθουσιασμό […].

Ο κώδικας ποινικής διαδικασίας σημειώνει ότι ο ανακριτής κατευθύνει τις επιχειρήσεις της αστυνομίας. Είμαι ανυπόμονη. Θέλω να ξέρω σχεδόν την ίδια στιγμή το αποτέλεσμα της δουλειάς τους. Μπορεί να τους πάρω τηλέφωνο δέκα φορές σε μια μέρα. Θέλω να γνωρίζω πώς νιώθουν. Η ματιά τους είναι συχνά σωστή, γιατί κατέχουν το ένστικτο της έρευνας. Γνωρίζουν τις τοποθεσίες των κατασχέσεων, μπορούν να διακρίνουν την ενόχληση ενός μάρτυρα, μπορούν να προσέξουν μια λεπτομέρεια, τόσα στοιχεία που μπορεί να αποδειχθούν η αρχή για το ξετύλιγμα του κουβαριού μιας υπόθεσης. Η γνώμη τους μετρά πολύ για εμένα. Μου προσέφεραν το δεύτερο κλειδί».

Σε ό,τι αφορά στις σχέσεις με την εισαγγελία, η ειλικρίνεια της συγγραφέως είναι υποδειγματική:

«Όταν κάποιες ανακρίσεις έφτασαν σε ευαίσθητα πολιτικά σημεία, θα μπορούσα να κάνω το λάθος να αντιμετωπίσω την ιεραρχία της εισαγγελίας με επιφύλαξη ή εχθρότητα. Προτίμησα όμως να παίξω με τους κανόνες του παιχνιδιού. Στις αναμφισβήτητες πολιτικές εξαρτήσεις, πρόταξα τη συγκρότηση του φακέλου μου. Αν αυτός ήταν πλήρης, τότε η οποιαδήποτε πολιτική επιδιαιτησία γινόταν πιο ορατή και γι’ αυτό πιο δύσκολη. […]

οι συνάδελφοί μας αποδέχθηκαν τα περισσότερα από τα αιτήματα που τους απευθύναμε, όταν η έρευνα το απαιτούσε. Σεβάστηκαν τη λογική της ανακριτικής διαδικασίας, περισσότερο ‘από τις συμβουλές’ που σίγουρα τους δόθηκαν από την ιεραρχία. Αυτό ήταν το τρίτο ‘κλειδί’. Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο μπαίνει σε ένα ιδιαίτερο κρίσιμο σημείο, καθώς η συγγραφέας περιγράφει το ταξίδι της σε αυτό που περιγράφει ως τη «σκοτεινή πλευρά του κόσμου», μια όψη της κοινωνίας μας που ίσως δεν θα θέλαμε να γνωρίζουμε ότι υπάρχει.

«Συνειδητοποίησα την παράλληλη ύπαρξη δύο ‘χώρων εξουσίας’: ενός χώρου δημοσίου, εκεί που καθημερινά παίζεται η κωμωδία της εξουσίας και κυριαρχεί η ψευδαίσθηση της εικόνας και κυριαρχεί η ψευδαίσθηση της εικόνας. Και ενός χώρου προστατευμένου από τα αδιάκριτα βλέμματα, εκεί όπου καθορίζονται οι πραγματικές εξουσιαστικές σχέσεις, ορισμένες φορές μάλιστα με τον πλέον βίαιο τρόπο».

Στη σκοτεινή πλευρά του κόσμου, το υψηλόβαθμο στέλεχος που θα κλείσει τα μάτια του σε μια εγκληματική ενέργεια, θα μπορέσει να συνεχίσει την καριέρα του χωρίς εμπόδια. Παραχωρεί ένα κομμάτι από τον εαυτό του στο ‘δίκτυο’ και απολαμβάνει σαν αντάλλαγμα την επαγγελματική καταξίωση, την οικονομική άνεση, ακόμη και την ηθική αναγνώριση. Εκείνος που θα εναντιωθεί στο σύστημα, πληρώνει ένα δυσβάσταχτο τίμημα. Αμέσως ταπεινώνεται, μπαίνει στο περιθώριο, παρουσιάζεται σαν ανισόρροπος ή απολύεται. Το αυτοκίνητό του παθαίνει κάποιο ατύχημα, κλέβουν το σπίτι του, αισθάνεται ακόμη να απειλείται η ύπαρξή του. Για κάποια δευτερόλεπτα τιμιότητας, θα πληρώνει μια ολόκληρη ζωή (αλλά θα παραμείνει ένα αξιοπρεπής, αξιόλογος και έντιμος Ά(κεφαλαίο)νθρωπος, Χ.Μ.).

Η ομολογία της Eva Joly που ακολουθεί, είναι συγκλονιστική:

«Επειδή πάντα προσπαθούσα να ‘χωνέψω’ ό,τι ανακάλυπτα στη ζωή, αναγκάστηκα στα πενήντα μου χρόνια να συναρμολογήσω ένα διαφορετικό εσωτερικό κόσμο, ένα νέο νοηματικό περιβάλλον. Σίγουρα θα προτιμούσα να διατηρήσω την ηθική μου βολή, να συνεχίζω να πιστεύω στον κόσμο, όπως τον είχα διδαχθεί. Δεν μπορείς όμως να σταματήσεις έναν ωκεανό με τα χέρια.

Σήμερα ξαναβρήκα νέα σημεία αναφοράς, σήμερα γνωρίζω πολύ καλά ότι ένας νέος κόσμος προβάλλει, πολύ διαφορετικός από αυτόν που μέχρι τώρα γνώριζα. Ήταν το τέταρτο κλειδί.

Τα δυο τελευταία κλειδιά που βρήκε η Eva Joly στη συνέχεια της πορείας της, ήταν δυο άνθρωποι με τους οποίους είχε την τύχη να συναντηθεί και να συνεργαστεί.

Το πέμπτο κλειδί και ‘το πιο πολύτιμο’ σύμφωνα με τη συγγραφέα, ήταν η συνεργασία της με την Laurence Vichnievsky.

«Το έργο της συνεχούς αποδόμησης και αναδόμησης του νου και της ψυχής που σου επιβάλλει μια κρίσιμη υπόθεση είναι κοπιαστικό. Έτσι και ο φάκελος «Elf», με τις χιλιάδες σελίδες και τις άπειρες προεκτάσεις του, ήταν πλέον πολύ βαρύς για να το σηκώσω μόνη μου. Ζήτησα λοιπόν τον ορισμό ενός δεύτερου ανακριτή. […] Ήμασταν διαφορετικές σε όλα. Στην ηλικία, στο χαρακτήρα, στον τρόπο ζωής. Οι προσωπικότητές μας θα μπορούσαν να μείνουν χώρια, όπως το νερό και το λάδι. Όμως προσαρμόστηκαν η μια με την άλλη και αλληλοσυμπληρώθηκαν. Μια βαθιά φιλία δημιουργήθηκε, που θα διαρκέσει κι αφού φύγουν από μπροστά μας οι κίνδυνοι που από κοινού αντιμετωπίσαμε».

Το έκτο κλειδί ήρθε στην Eva Joly από την Ελβετία, κι ήταν η παρουσία στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Γενεύης του Bernard Bertossa.

Η Γενεύη, ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά κέντρα του κόσμου, για πολλά χρόνια αντλούσε τον πλούτο του χάρη στην παράδοση και την καλλιέργεια της μυστικότητας. Εξέλεξε όμως, ως επικεφαλή της Γενικής του Εισαγγελίας, έναν άνθρωπο που ήταν αποφασισμένος να σπάσει το νόμο της σιωπής που συγκάλυπτε μέχρι τότε, το μεγάλο οικονομικό έγκλημα. Για άλλη μια φορά, ήταν η θέληση ενός ανθρώπου που ανέτρεψε καταστημένες συμπεριφορές και συνήθειες δεκαετιών.

Απλά, «γιατί ήταν αυτός που ήταν και γιατί είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου».

Δύο ακόμη σημεία του βιβλίου αυτού αξίζουν ιδιαίτερα να επισημανθούν.

Πρώτα, ένα πολύ όμορφο πέρασμα, όπου η συγγραφέας παρουσιάζει με τρόπο ανάγλυφο την ευκολία με την οποία το οικονομικό έγκλημα διεισδύει, γλιστράει θαρρεί κανείς μέσα στην κοινωνία μας. Αλλά και όπου τεκμηριώνει, παράλληλα την άποψή της ότι τα σημερινά σκάνδαλα δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.

Και δεύτερον, μια πολύ εύστοχη ανάλυση της αντίφασης που σήμερα υφίσταται ανάμεσα στην πραγματικότητα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και τα αδιέξοδα μιας δικαιοσύνης που ασφυκτιά μέσα στα εθνικά της σύνορα.

Γι’ αυτό άλλωστε και το βιβλίο κλείνει με τη Διακήρυξη της Γενεύης μέσα από την οποία κορυφαίοι Ευρωπαίοι δικαστικοί προβάλλουν την ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ποινικού χώρου. Ενός χώρου μέσα στον οποίο οι δικαστές των κρατών – μελών θα μπορούν να αναζητούν και να ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που τους είναι αναγκαίες για το ανακριτικό τους έργο.

«Από αυτό το ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά του κόσμου που μας περιβάλλει, οι δικαστές επιστρέφουν με μια βεβαιότητα: ότι, χωρίς μια σημαντική μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, τουλάχιστον στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και υπό την απειλή των διαστάσεων που έχει πάρει το φαινόμενο της διαφθοράς, η Δημοκρατία κινδυνεύει».

Επίλογος

Σκεφτείτε, όσα περιγράφει η κυρία Joly, λαμβάνουν χώρα στη Γαλλία που είναι ένα σοβαρό κράτος και προσπαθήστε να αναλογιστείτε τι σημεία και τέρατα συμβαίνουν στην Ελλάδα και τι «τραβάει» κάθε έντιμος και δημιουργικός άνθρωπος ο οποίος θα αρνηθεί να συνεργήσει στα οικονομικά εγκλήματα, να κάνει τα «στραβά μάτια» σ’ αυτά, ή δεν θα ενστερνιστεί τη διάχυτη, πλέον, αήθεια της χώρας μας.

Στην πολιτεία μας, οι πολίτες έχουμε τρεις επιλογές: πρώτη, παριστάνουμε ότι δήθεν, δομές οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος δεν υπάρχουν και τις υπομένουμε παθητικά· δεύτερο, τις εκμεταλλευόμαστε ιδιοτελώς πουλώντας εξυπηρετήσεις στο οικονομικό κατεστημένο έναντι οικονομικών και άλλων ανταλλαγμάτων· και τρίτη, αγωνιζόμαστε πατριωτικά, για τη ριζική αντιμετώπισή τους, με σκοπό την προκοπή της πολιτείας μας και των πολιτών, υποστηρίζουμε έμπρακτα και αδιαπραγμάτευτα τους έντιμους και δημιουργικούς πολίτες που μπορούν να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους και να λύνουν προβλήματα, ρισκάροντας, η οικονομική μαφία, χρησιμοποιώντας τις γνωστές μεθόδους της, να μας πολεμήσει, σε όλους τους τομείς εκτός από την αξιοπρέπειά μας και από την ακλόνητη βούλησή μας για την πραγμάτωση, κάθε καλού και της ατομικής και συλλογικής προκοπής. Ο καθείς επιλέγει και στη συνέχεια, για πολλά χρόνια, εισπράττει τα υπαρκτικά και τα πρακτικά αποτελέσματα της επιλογής του. Ναυαγοσώστης δεν θα υπάρξει. (Χ.Μ.)

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 18 Ιανουάριος 2017 18:18