Αγορά Πολιτών

Τρόπος Συμμετοχής

Χορηγίες

Πολίτες στην Αγορά

Έχουμε 500 επισκέπτες συνδεδεμένους

Επικοινωνία

Γερμανία 004917667046073 (SMS)

7/3/2017, 20:00

Έλληνες, στο έλεος...

 

Harvester's log 16/3/17

 

 

Legal Notice 66

 

Execrable

 

Legal Notice 62

 

  

My story

 

  

Aggression?

 

  

Η Εστία μου

 

  

Why so untidy?

 

  

Αποικιοκρατία

 

  

Εξόντωση Ελλήνων αντιφρονούντων;

 

  

Ζήτημα εμπιστοσύνης

 

  

Μεθοδικότητα

 

  

Ανοικτή Επιστολή πρέσβη ΗΠΑ

Αφορμή, U2RIT vs Ελλάδα;

Βιοηθική

A request to U2RIT

Colonial aggression - 2

Open Letter to UN S.G.

Open Letter to p.C. & p. O.

Δήλωση πρόθεσης επαναπατρισμού

 

Ο "εφιάλτης" της Νυρεμβέργης

Συλλογή Φωτογραφιών

Αίτημα προστασίας, προς Ιταλία

Chroma key, background removal

Science and Ethics

Να συμβάλει και η U2RIT

Θα ξαναφτιάξουν πολλές φορές Άουσβιτς και Zyclon B

 

Split-Screen effect

Η Ζωή είναι Ωραία.

Βόρεια Κορέα

Λευτεριά στους Έλληνες, εξανα- γκαστικά "Εξαφανισμένους"

 

Μυστικές δίκες;

Trustworthiness

Πολιτισμό, ή, απληστία;

Ακραία Στυγνότητα

Η Τέχνη της Επιβίωσης

Political Asylum 3

Επιστροφή στις ρίζες

The Human Cost of Torture

An urgent appeal for solidarity

More obvious than the Sun

Western "culture"

Political Asylum

Έννομη Προστασία

Μια μήνυση που εγείρει ερωτηματικά

 

 

 

Honor your father...

Noise

Creative Greeks

A pair of Dictatorships

Πώς κερδίζεται η χαρά; PDF Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση Χρήστη: / 0
ΧείριστοΆριστο 
Συνεννόηση για Δράση - Απόψεις
Συντάχθηκε απο τον/την Χρήστος Μπούμπουλης (Christos Boumpoulis)   
Παρασκευή, 04 Νοέμβριος 2016 08:15
   

Hubertus Knabe: The dark secrets of a surveillance state

https://www.youtube.com/watch?v=IWjzT2l5C34


Πώς κερδίζεται η χαρά;

Το αίσθημα της ήπιας και αναίτιας χαράς, νομίζω, αποτελεί ένα, κατά κανόνα, μόνιμο χαρακτηριστικό στοιχείο της φυσικής κατάστασης κάθε ανθρώπου. Επομένως, δεν υπάρχει ανάγκη να κερδισθεί η χαρά, γιατί, υπό μια έννοια, ο ίδιος ο άνθρωπος «είναι» χαρά.

Το βίωμα της χαράς παύει να απολαμβάνει ο άνθρωπος όταν κάποια περιβαλλοντικά, αρνητικά στοιχεία υποβάλλουν στον άνθρωπο την κατάσταση του φόβου. Ο φόβος, που προκαλεί μια πραγματική απειλή – το συνηθέστερο από αυτά τα αρνητικά στοιχεία - «καταβαραθρώνει» τη χαρά κάνοντάς την μη αντιληπτή. Συνεπώς, ο ρεαλιστικός φόβος «καταβαραθρώνει», προσωρινά, ένα μέρος από ό,τι «είναι» ο άνθρωπος.

Ο εργαλειακός, ρεαλιστικός φόβος, ιστορικά, έχει αποτελέσει – και συνεχίζει να αποτελεί – ένα από τα βασικά μέσα επίτευξης μιας απομείωσης της ποικιλομορφίας των μελών διαφόρων, μικρών, είτε, μεγάλων, κοινωνικών ομάδων, εκ μέρους καταπιεστικών καθεστώτων διαφόρων ειδών.

Δεν υπάρχει κάτι, το οποίο θα πρέπει να κάνουμε προκειμένου να κερδίσουμε το βίωμα της χαράς, αλλά, υπάρχουν εκείνα τα οποία θα πρέπει να κάνουμε προκειμένου να περιφρουρήσουμε αυτό το ανεκτίμητης αξίας βίωμα:

 

1.      Να διασφαλίσουμε ότι η ίδια μας η ζωή δεν διακυβεύεται από την ύπαρξη πραγματικών απειλών εναντίον της. Το βίωμα της χαράς δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον αρχαϊκό φόβο του θανάτου. Επομένως, καθόσον, ένα οποιοδήποτε κοινωνικό σύνολο τελεί σε καθεστώς αλληλεπίδρασης με ένα άλλο κοινωνικό σύνολο εντός του οποίου, η δολοφονία αθώων ανθρώπων αποτελεί μια ελεύθερη και κατ’ ουσίαν «νόμιμη» επιλογή, τότε, τα μέλη του πρώτου κοινωνικού συνόλου, αναγκαστικά, θα στερούνται το βίωμα της χαράς. Στην Ελλάδα, χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν απολέσει τη ζωή τους, αποκλειστικά, επειδή η χώρα στερείται, αδικαιολόγητα, το νόμιμο δικαίωμά της να εκμεταλλεύεται, για ίδιο όφελος, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές που βρίσκονται στο έδαφος, το υπέδαφος, τις θαλάσσιες ζώνες αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης και την υφαλοκρηπίδα των νήσων της. Επίσης, υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι, ένας, πιθανώς, μεγάλος αριθμός πολιτών έχουν απολέσει τις ζωές τους προκειμένου, η κατανομή, ανάμεσα στους Έλληνες υπηκόους, της ακίνητης περιουσίας, της οικονομικής δύναμης, της πολιτικής δύναμης, της συμμετοχής στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας, της συμμετοχής στη διαχείριση της ακαδημαϊκής γνώσης, της συμμετοχής στους δημόσιους θεσμούς κ.λπ. να είναι εκείνη (η κατανομή) που μεγιστοποιεί τα οικονομικά και τα πολιτικά οφέλη τα οποία αποκομίζουν, ασκώντας αρνητική εξωτερική επιρροή σε βάρος της Ελλάδας, διάφορες αποικιοκρατικές χώρες. Συνεπώς, η συλλογική επιλογή, ενός κοινωνικού συνόλου, της αλληλεπίδρασης, αποκλειστικά, με «ασφαλή» έτερα κοινωνικά σύνολα αποτελεί μια αναγκαία προϋπόθεση της αποτελεσματικής περιφρούρησης του βιώματος χαράς, των μελών της πολιτείας μας.

2.      Να διασφαλίσουμε ότι, ο τρόπος της καθημερινότητάς μας είναι συμβατός με την ίδια την ανθρώπινη φύση μας. Συγκεκριμένα, ένα από τα στοιχεία της φύσης μας είναι, νομίζω, η πανανθρώπινη ανάγκη για «παιχνίδι». Στην ενήλικη περίοδο της ανθρώπινης ζωής, αυτή η ανάγκη, φυσιολογικά, ικανοποιείται με ό,τι αποτελεί την ουσία της εργασίας (επάγγελμα). Αναγνωρίζω το πιθανό ενδεχόμενο η συγκεκριμένη άποψη να φανεί ως, δήθεν, παράταιρη από μερικούς αναγνώστες. Όμως, αν είχαμε φροντίσει, αφενός, να έχουν ελαχιστοποιηθεί εκείνα τα στοιχεία των σημερινών επαγγελμάτων που τα καθιστούν μονότονα, μη δημιουργικά και ξένα προς την ανθρώπινη φύση και αφετέρου, αν είχαμε φροντίσει να υπάρχει διαθέσιμη εργασία για όλους τους επαγγελματικά ενεργούς πολίτες, τότε, νομίζω, θα διαπιστώναμε ότι η εργασία θα αποτελούσε για τους πολίτες ένα από τα πιο ευχάριστα και πολύτιμα μέρη της καθημερινότητάς του. Συνεπώς, το ισχύον, σήμερα, στην Ελλάδα, υψηλό ποσοστό ανεργίας, σε συνδυασμό με εκείνους τους πολιτικούς, κυρίως, παράγοντες οι οποίοι ευθύνονται για την πολύ χαμηλή ποιότητα του τρόπου άσκησης των περισσότερων από τα επαγγέλματα και για το υψηλό ποσοστό ανεργίας, διαμορφώνουν ένα κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο, το βίωμα της φυσικής χαράς, καταστέλλεται αδικαιολόγητα. Για τη βελτίωση αυτής της κατάστασης, νομίζω, είναι αναγκαία η λήψη όλων εκείνων των (ειρηνικών) μέτρων μέσω των οποίων, αφενός, η δομή και η δυναμική της Εθνικής μας οικονομίας θα εξειδικευτούν στην μεγιστοποίηση της μακροπρόθεσμης ευημερίας (με την ευρεία έννοια) της Ελλάδας και αφετέρου, η δομή και η δυναμική, των θεσμών της Δημοκρατίας θα εξειδικευτούν, στην μεγιστοποίηση του μακροπρόθεσμου σεβασμού, των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, των Ελλήνων πολιτών και των Ελλήνων νομάδων, δίχως εξαίρεση.

 

Εν κατακλείδι, οι Έλληνες δικαιούμαστε να απολαμβάνουμε μια καθημερινότητα την οποία να διαπνέει η φυσική χαρά. Αυτό το δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί έμπρακτα από τη στιγμή κατά την οποία θα επιτύχουμε (ειρηνικά), αφενός, τον πλήρη τερματισμό κάθε εξωτερικής αλληλεπίδρασης, της πολιτείας, μας με μορφώματα του οποιουδήποτε είδους, τα οποία χαρακτηρίζονται από ενεργά δολοφονικά ένστικτα και αφετέρου, την ορθολογική ομαλοποίηση της εσωτερικής, στην πολιτεία μας, κατανομής, στους πολίτες και νομάδες, αντίστοιχα, των πολιτικών και νομαδικών, πολλών, διαθέσιμων στην πατρίδα μας, αγαθών.

Χρήστος Μπούμπουλης

Black operation

A black operation or black op is a covert operation by a government, a government agency, or a military organization. This can include activities by private companies or groups. Key features of a black operation are that it is secret and it is not attributable to the organization carrying it out. The main difference between a black operation and one that is merely secret is that a black operation involves a significant degree of deception, to conceal who is behind it or to make it appear that some other entity is responsible ("false flag" operations).

A single such activity may be called a "black bag operation"; that term is primarily used for covert or clandestine surreptitious entries into structures to obtain information for human intelligence operations. Such operations are known to have been carried out by the FBI, the Central Intelligence Agency, Mossad, MI6, ISI (Pakistan), DGFI, RAW, MSS, KGB and the intelligence services of other nations.

[wiki]

Covert operation

According to the U.S. Department of Defense Dictionary of Military and Associated Terms, a covert operation (also as CoveOps or covert ops) is "an operation that is so planned and executed as to conceal the identity of or permit plausible denial by the sponsor." It is intended to create a political effect which can have implications in the military, intelligence or law enforcement arenas affecting either the internal population of a country or individuals outside of it. Covert operations aim to secretly fulfill their mission objectives without any parties knowing who sponsored or carried out the operation.

Under United States law, the Central Intelligence Agency (CIA) must lead covert operations unless the president finds that another agency should do so and properly informs the Congress. Normally, the CIA is the US Government agency legally allowed to carry out covert action. The CIA's authority to conduct covert action comes from the National Security Act of 1947. President Ronald Reagan issued Executive Order 12333 titled United States Intelligence Activities in 1984. This order defined covert action as "special activities", both political and military, that the US Government could legally deny. The CIA was also designated as the sole authority under the 1991 Intelligence Authorization Act and in Title 50 of the United States Code Section 413(e). The CIA must have a "Presidential Finding" issued by the President of the United States in order to conduct these activities under the Hughes-Ryan amendment to the 1991 Intelligence Authorization Act. These findings are then monitored by the oversight committees in both the US Senate and the House of Representatives. As a result of this framework, the CIA "receives more oversight from the Congress than any other agency in the federal government". The Special Activities Division (SAD) is a division of the CIA's National Clandestine Service, responsible for Covert Action and "Special Activities". These special activities include covert political influence and paramilitary operations. The division is overseen by the United States Secretary of State.

[wiki]


Ποιος είναι ο κοινωνικός ρόλος του ψυχιάτρου;

Μιλώντας χωρίς περιφράσεις και ψευτο-ευγένειες, ο ψυχίατρος όπως κάθε ψυχοτεχνικός, είναι ένας φτωχοδιάβολος, ένας απρόσωπος λακές της εξουσίας που έναντι πινακίου φακής, υποκαθιστά τον παπά και τον χωροφύλακα στη σφαίρα της ψυχικής δραστηριότητας. Είναι ένα θλιβερό εκτελεστικό όργανο της αναγκαίας για την εξουσία αστυνομίας της σκέψης, που έχει αναλάβει τον φρονηματισμό του διαφορετικού με τα αποτρόπαια μέσα του ξυλοδαρμού, των αλυσίδων, της ηλεκτροκεραυνοβόλησης, της χειρουργικής, και φαρμακευτικής λοβοτομής και της λογοχειραγώγησης. Με αντάλλαγμα την επιβίωσή του και κάποιο κοινωνικό «κύρος».

Ο ψυχίατρος είναι ένας υπαλληλίσκος της εξουσίας στον οποίο έχει ανατεθεί ένας καταθλιπτικός και βρώμικος ενδιάμεσος εκτελεστικός ρόλος. Είναι μια τραγική ύπαρξη που κατασπαταλιέται και συνθλίβεται μέσα σε μια άλυτη αντίφαση που απορρέει απ' το υπαλληλικό καθήκον που της ανατέθηκε: Μια αντίφαση που εκφράζεται με την υποχρέωση του να αντιμετωπίζει ηθικά και πολιτικά προβλήματα, με δήθεν ιατρικές μεθόδους.

[Κλεάνθης Γρίβας: http://www.grivas.info/component/content/article?id=217:-33-1982]


Ending political abuse of psychiatry: where we are at and what needs to be done

Robert van Voren

Abstract

The number of reports of political activists falling victim to the political abuse of psychiatry is increasing. When the USSR first disintegrated, this practice virtually ceased to occur. What came in its place, however, was a disturbing collection of other forms of abuses, including human rights abuses, caused by a lack of resources, outdated treatment methods, a lack of understanding of individual human rights and a growing lack of tolerance in society. The number of cases of political abuse of psychiatry has increased since the 21st century began, particularly over the past few years in Russia, Belarus and Kazakhstan.

Over the past years, an increasing number of reports on the internment of political activists in former Soviet republics and particularly in Russia1 led to a resumed interest in the issue of the abuse of psychiatry for political purposes. Political abuse of psychiatry refers to the misuse of psychiatric diagnosis, treatment and detention for the purposes of obstructing the fundamental human rights of certain individuals and groups in a given society. The practice is common in, but not exclusive to, countries governed by totalitarian regimes. In these regimes abuses of the human rights of those politically opposed to the state are often hidden under the guise of psychiatric treatment. In democratic societies whistle-blowers on covertly illegal practices by major corporations have been subjected to the political misuse of psychiatry. Even though these abuses have been a frequent and ongoing practice throughout the 21 century in the People's Republic of China,2 that fact did not alert the world that this perversion of medical science has not come to an end. Rather, reports on individual cases of such abuses in former Soviet republics such as Belarus, Kazakhstan and Russia caught the attention and made people realise that 25 years after the conditional return of the Soviet psychiatric association to the World Psychiatric Association (WPA) the practice has still not been eradicated. Among the cases that have attracted wide public attention are those of the Pussy Riot band members (Russia), Mikhail Kosenko (Russia), one of the accused Bolotnaya Square protesters, who has been sentenced to mandatory treatment, and the psychiatric assessment of the Ukrainian pilot Nadezhda Savchenko, detained by the Russian government over the deaths of two Russian journalists in a mortar attack during the Ukraine conflict.

Why abuse psychiatry politically?

The first question is why authorities resort to the internment of political or religious dissenters, or other types of ‘bothersome citizens’, in psychiatric hospitals. On the basis of 35 years of research and involvement in combating such practices, I have come to the conclusion that in most cases it is a combination of expedience and ideology.

Sending people to a psychiatric institution is particularly practical because hospitalisation has no end and thus, if need be, people can be locked away forever, or as long as they continue to have views that are considered politically or socially dangerous, or remain inconvenient to the authorities. One might think that such practices also exclude the need to have a lengthy pre-trial investigation and a bothersome court case, but often this is not true: dictatorial or totalitarian regimes tend to follow their own rules to the finest detail and document their repression meticulously, and thus in many cases the same legal procedures are followed as in the case when the person would be normally prosecuted and sentenced. Only in cases of short-term hospitalisations are these procedures sometimes bypassed, in particular when the internment is somewhere in the provinces out of the public eye and carried out to scare a person into submission or to settle an old dispute with a local authority.

At the same time, declaring a person mentally ill provides a perfect opportunity not to have to respond to their political or religious convictions, as they are the product of an ill mind and do not have to be taken seriously. In particular, when the views threaten or challenge the prevalent or only correct ideology (or religion), such a way out is especially welcome to the authorities, as one can maintain the claim that there is no opposition and one has a one hundred percent support of the population. As Soviet leader Nikita Khrushchev stated in 1959: ‘A crime is a deviation from the generally recognised standards of behaviour frequently caused by mental disorder. Can there be diseases, nervous disorders among certain people in Communist society? Evidently yes. If that is so, then there will also be offences that are characteristic for people with abnormal minds … To those who might start calling for opposition to Communism on this basis, we can say that … clearly the mental state of such people is not normal.’ In the Soviet Union, the political abuse of psychiatry greatly benefitted from the fact that since 1950 only one view on psychiatry was permitted, which resulted in a virtually complete monopoly of the Moscow School of Psychiatry headed by Professor Andrei Snezhnevsky. Documentation shows that its leaders quite cynically allowed their profession to be used as a means of repression (see, for instance, a manuscript whose authors are kept anonymous for security reasons). However, the majority of Soviet psychiatrists were totally excluded from contact with international psychiatry and were truly convinced that people who opposed the Soviet regime were indeed suffering from mental illness and that their forced treatment was therefore correct and justified. In addition, the general tendency in society to comply with authoritarian orders out of fear of possible repercussions, such as the loss of jobs or income, played its role. Psychiatry was, in short, moulded into total subjugation to the needs of the existing political order.

Political abuse of psychiatry

The former Soviet Union

From the moment the issue of political abuse of psychiatry attracted public attention in the late 1960s/early 1970s, it focused mainly on the Soviet Union. The systematic abuse of psychiatry in that country was a central issue during WPA debates in the period 1971-1989. It eventually led to the Soviet withdrawal from this international body in 1983 and an conditional return 6 years later (for an extensive discussion on the issues of Soviet psychiatric abuse and the reaction of world psychiatry, see Bloch & Reddaway and Van Voren).

Other countries

The Soviet Union was certainly not the only country where political abuse of psychiatry took place. Quite extensive documentation has been collected on similar abuses in other countries, notably some of the (socialist or communist) Eastern European countries. In particular, there have been extensive reports in the 1980s on systematic political abuse of psychiatry in Romania. Cases of abuse were also reported in Czechoslovakia, Hungary and Bulgaria, but these were isolated cases and there was no evidence that any systematic abuse took place. In the early 1990s an extensive research on the situation in Eastern Germany came to the same conclusion, although in this socialist country politics and psychiatry appeared to have been very closely intermingled.

Outside of Eastern Europe and the former USSR, most reports concerned other socialist or collectivist societies, such as Cuba and the People's Republic of China. In China the abuse also involves people who are hospitalised for non-medical reasons because they are considered a burden owing to their constant complaints. Many victims are so-called ‘petitioners’, people who travel to Beijing from the provinces to issue complaints against local officials. Instead of being heard they are hospitalised and frightened with psychiatric ‘treatment’. Interestingly, a clear case of psychiatric abuse has been reported from The Netherlands, in the course of which the Ministry of Defence tried to silence a social worker by falsifying several of his psychiatric diagnoses and pretending his behaviour was the result of mental health problems. Still, one can conclude that the systematic use of psychiatry for political purposes is limited to countries that are characterised by a totalitarian monistic view and where dissent is seen as a threat that needs to be forced into the straightjacket of the existing political order.

The post-Soviet period 

When in 1991 the USSR imploded and all 15 Soviet republics gained or regained their independence, the dominance of Communism as the only permitted ideology ended. With it disappeared this monistic view on reality and thus also one of the main preconditions for the existence of a system of political abuse of psychiatry seemed to have vanished. And indeed, the practice of using psychiatry against political opponents virtually ceased to exist. Some cases surfaced, notably in 1996 in Turkmenistan and a few years later in Uzbekistan.1 What came in place, however, was a very disturbing collection of other forms of abuse, including human rights abuses owing to lack of resources, corruption, outdated methods of treatment, lack of understanding of individual human rights and a growing lack of tolerance in society. This includes ‘economic abuse’ (e.g. having relatives declared mentally ill in order to take control of their possessions) or criminals buying their way out to freedom by bribing psychiatrists to deliver false diagnoses, as well as general human rights violations in psychiatric institutions, such as adverse living conditions, abuse by staff, unlawful incarceration and inhumane treatment.

However, although on the outside the political climate in the former Soviet republics might have changed, in the minds of the citizens much of the psychological climate remained virtually unaltered. As a result, the effect of a monistic world view continues to dominate societies in most of the former Soviet republics, particularly in Central Asian republics, the Russian Federation and Belarus, and in some the communist ideology has been replaced by a nationalist or even neo-fascist world view that is as totalitarian as its predecessor.

Beginning with the 21st century, the number of individual cases of political abuse of psychiatry has increased, in particular over the past few years in Russia, Belarus and Kazakhstan. So far though, it does not appear to be a systematic repression of dissidents through the mental health system. In most cases, citizens fall victim to regional authorities in localised disputes or to private antagonists who have the means to bribe their way through the courts.

How should psychiatry respond?

Interestingly, as a result of the debates concerning Soviet political abuse of psychiatry, the world psychiatric community focused much more extensively than before on issues of human rights, the rights of patients, issues of coercion and compulsory treatment. For instance, the WPA adopted an ethical code that condemns the use of psychiatry for non-medical purposes. This code was updated and expanded several times and mechanisms were installed to investigate complaints of violations of these regulations. The Hawaii Declaration of 1977 had been drawn up by the Ethical Sub-Committee of the Executive Committee of the WPA set up in 1973 in response to the increasing number of protests against the use of psychiatry for non-medical purposes. One of the principles embedded in the Declaration was that a psychiatrist must not participate in compulsory psychiatric treatment in the absence of psychiatric illness, and there were other clauses that could be seen as having a bearing on the political abuse of psychiatry. The Declaration was amended in Vienna in 1983 and in 1996 succeeded by the Madrid Declaration of 1996, which was further expanded in 1999. In addition, the WPA set up committees on ethics and on the review of abuse of psychiatry. In that sense, the debates surrounding Soviet psychiatric abuse had a very important corrective effect on world psychiatry, but that did not stop authorities – and psychiatrists – altogether from using psychiatry as a means of political repression.

At this moment, most of the political abuses reported are from communist or formerly communist states, notably the People's Republic of China and several former Soviet republics. However, on a positive note, international protests regarding cases of political abuse might have stopped the expansion of these practices and one of the most well-known victims, Mikhail Kosenko, was released from mental hospital already 6 months after his hospitalisation started, a clear sign that international attention works.

In the 1970s and 1980s, the main drive of the opposition to Soviet psychiatric abuse was focused on expulsion of the Soviet society from the world psychiatric community, notably the WPA. In that case it worked, as loss of face played an important role in terminating the abuse. Importantly, rank and file psychiatrists did not suffer from this isolation, as they had no access to the world psychiatric community anyway. In a 21st-century society such total isolation is impossible, whatever measures authorities in countries such as China and Russia take to curb freedom of information, access to the internet and the use of social media.

Mental health professionals are now, at least in theory, able to have access to and participate in the world mental health community. Thus, the opposite approach to cutting off communication might now be effective: stimulating communication and access, providing training in issues of medical ethics and human rights, and translating key documents and manuals into local languages may make it impossible for the public to remain uninformed. In the case of the Russian Federation, a key element in the continued dominance of the Moscow School lies in the fact that 80–90% of the rank and file Russian psychiatrists do not know any second language. Therefore, when books, articles and documents are not available in Russian, it remains possible for the psychiatric leaders (many of whom hail from Soviet times) to pretend that the diagnosis used for Soviet dissidents – ‘sluggish schizophrenia’ – is quite accepted in the world and even part of ICD-10. Information is a weapon, and should be used maximally and extensively.

[http://pb.rcpsych.org/content/40/1/30]

 

The Banality of Killing

by Jacob G. Hornberger January 12, 2011

The standard explanations for the Arizona killings are now being set forth, such as widespread violence in America and right-wing extremism. I’d like to weigh in with another possible factor, one that I can’t prove but one that I think Americans ought to at least consider: the fact that killing has now become an accepted, essential, normal, and permanent part of American life.

No, I’m not referring to the widespread gun violence in America that liberals point to as part of their gun-control agenda. I’m not even referring to the widespread violence that accompanies the decades-long drug war, especially in Mexico. I’m instead referring to the U.S. government’s regular killing of people thousands of miles away in Afghanistan and Iraq, killing that has now gone on regularly for some 10 years and that has become a fairly hum-drum part of our daily lives.

Six people were killed and 14 were injured in the Arizona shootings, including a woman who was shot through the head and a 9-year-old girl whose life was snuffed out. Everyone is shocked over the horror, which is detailed on the front page of every newspaper across the country.

But let’s face it: Such killings go on every week in Afghanistan and Iraq and have for some 10 years. Parents, children, brothers, sisters, cousins, grandparents, friends, brides, grooms, and wedding parties. People are killed in those two countries every week, and the killing has now expanded to people in Pakistan.

We don’t see those deaths on the front pages of American newspapers. They’re buried on page 14 of the papers in small news reports, if at all.

Why don’t those killings get front-page coverage?

One, the killings have become commonplace. They’re now just considered normal. Massive death on a massive scale, but normal. We just put all the deaths at the back of our minds. The football playoffs are this weekend. Got to pay the bills this month. Life demands our attention. Anyway, it’s not as if we, the American citizenry, are doing the killing. It’s the military and the CIA that are doing it.

Two, our public officials say that we’re at war and that people are always killed in war. Never mind that what we have in Afghanistan and Iraq are military occupations, not war. The idea is that a military occupation is a sort of war and, therefore, we shouldn’t let the daily killings affect our consciences. Moreover, since we’ve been told that the war on terrorism is considered permanent, we just have to get used to the fact that the weekly killings will be a normal and regular part of our lives for as long as we live.

Third, we are told that the people being killed are terrorists, enemy combatants, or unfortunate collateral damage. Never mind that our public officials have had 10 years to kill terrorists and enemy combatants to their hearts’ content but apparently still haven’t gotten them all. Never mind that the terrorists and enemy combatants might well now consist primarily of people who are simply trying to oust their country of a foreign occupier, like people did when it was the Soviet Union that was doing the occupying. Never mind that the number of terrorists and enemy combatants continues to rise with each new killing. It’s all just part and parcel of the new normality for American society.

In the process, life is cheapened — well, the lives of Afghans, Iraqis, and Pakistanis. The weekly killings of adults and children from those three countries are relegated to page 14 of the newspaper because they’re just Afghans, Iraqis, and Pakistanis. It’s not as if they’re Americans, after all, people who place a much higher value on human life than others.

We mustn’t forget how, for the last 10 years, the lives of Afghans and Iraqis have been expendable for the greater good of their society. How many times have we been reminded, for example, that the deaths of countless Iraqis have been worth the effort to bring democracy to Iraq? In fact, one of the most fascinating phenomena about the Iraq War, an illegal and unconstitutional undeclared war of aggression that the U.S. government waged against a country that had never attacked the United States or even threatened to do so, is that there has never been an upper limit on the number of Iraqi deaths that would justify the achievement of democracy in Iraq. Any number of Iraqi deaths, no matter how high, has been considered worth it.

We saw this same reasoning through 11 years of brutal sanctions on Iraq, which were imposed for the purpose of achieving regime change — the ouster of Saddam Hussein from power and his replacement by a pro-U.S. regime. When Bill Clinton’s U.S. Ambassador to the UN, Madeleine Albright, was asked by Sixty Minutes whether the deaths of half-a-million Iraqi children had been worth it, her answer perfectly reflected the mindset of Washington officials for the past two decades: “I think this is a very hard choice, but the price — we think the price is worth it.”

How much value is placed on the lives of people, including children, who are sacrificed for the greater good of society? Not much value at all. Life is supposed to be sancrosanct. But then again, don’t forget that those are only Iraqi people we’re talking about.

How can all this massive, regular, permanent death and destruction not affect and infect a society? Sure, it all takes place thousands of miles away. Sure, it’s buried on page 14 of the newspaper. We don’t see the caskets or the burials. We don’t see the crying, the anguish, or the anger of the survivors. We just go about our daily business, deferring to authority. Our public officials know what is best. That is their job. We have to trust their judgment. If they say that American soldiers and CIA officials have to stay in Afghanistan and Iraq permanently and just go on killing people forever, then we, the citizenry, just have to accept that. If they say they have to expand the killing to Pakistan, Yemen, Somalia or wherever, then that is just the way things are. They are the experts. They are in charge.

In the process, everyone convinces himself that the people who are being killed are “bad guys” or people who just happened to be too close to the bad guys, including their wives, children, other family members, or friends.

Of course, the possibility that the U.S. government — the invader, the occupier, the interloper — is the “bad guy” doesn’t even enter into most people’s minds. The thought is too horrible, too terrifying. It might cause citizens to have to search their consciences. Easier to simply continue “supporting the troops” who are “defending our freedoms” by killing all those people on a regular, weekly basis.

The news media are reporting that the accused Arizona shooter, Jared Loughner, tried to join the U.S. military but was unsuccessful. The irony is that if he had been successful, he would have gone to Iraq or Afghanistan and participated in the weekly death-fest and, upon his return, public officials, pundits, media personalities, and even many church ministers would be hailing his heroism and thanking him for serving his country by killing Iraqis, Afghans, Pakistanis, and others in the “defense of our freedoms” here at home.

Did the normalization and trivialization of killing and the denigration and devaluation of life in Afghanistan and Iraq trigger something inside the apparently disturbed mind of the accused Arizona killer? I don’t know. But how can such actions not have a horrible long-term adverse effect on people whose government is permanently engaged in such evil?

[http://www.fff.org/explore-freedom/article/banality-killing/]


Feinstein accuses CIA of 'intimidating' Senate staff over torture report

  • Intelligence committee chair accuses CIA of smear campaign
  • Feinstein alleges CIA broke law and violated constitution
  • CIA director John Brennan denies thwarting investigation

The chairwoman of the Senate intelligence committee, Dianne Feinstein, on Tuesday accused the Central Intelligence Agency of a catalogue of cover-ups, intimidation and smears aimed at investigators probing its role in an “un-American and brutal” programme of post-9/11 detention and interrogation.

In a bombshell statement on the floor of the US Senate, Feinstein, normally an administration loyalist, accused the CIA of potentially violating the US constitution and of criminal activity in its attempts to obstruct her committee’s investigations into the agency’s use of torture. She described the crisis as a “defining moment” for political oversight of the US intelligence service.

Her unprecedented public assault on the CIA represented an intensification of the row between the committee and the agency over a still-secret report on the torture of terrorist suspects after 9/11.

Feinstein, who said she was making her statement “reluctantly”, confirmed recent reports that CIA officials had been accused of monitoring computer networks used by Senate staff investigators. Going further than previously, she referred openly to recent attempts by the CIA to remove documents from the network detailing evidence of torture that would incriminate intelligence officers.

She also alleged that anonymous CIA officials were effectively conducting a smear campaign in the media to discredit and “intimidate” Senate staff by suggesting they had hacked into the agency’s computers to obtain a separate, critical internal report on the detention and interrogation programme.

Staff working on the Senate investigation have been reported to the Department of Justice for possible criminal charges by a lawyer at the CIA who himself features heavily in the alleged interrogation abuses. The CIA’s inspector general has another inquiry open into the issue. John Brennan, the CIA director, rejected Feinstein’s claims that the agency had monitored the Senate committee’s computer networks, which were set up specifically for it to access confidential CIA documents.

Feinstein said the two investigations, launched at the behest of the CIA, amounted to an attempt at “intimidation”. She revealed that CIA officials had also been reported to the Department of Justice for alleged violations of the fourth amendment and laws preventing them from domestic spying.

“This is a defining moment for the oversight role of our intelligence committee ... and whether we can be thwarted by those we oversee,” said Feinstein in a special address on the floor of the the US Senate.

“There is no legitimate reason to allege to the Justice Department that Senate staff may have committed a crime... this is plainly an attempt to intimidate these staff and I am not taking it lightly.”

Feinstein said that she would immediately appeal to the White House to declassify the report’s major findings. The White House is formally on record as supporting the declassification, which the president has the power to order.

Last week, CIA director John Brennan, a former counterterrorism aide to President Obama, issued a rare scathing public statement on the deepening crisis, suggesting that unspecified “wrongdoing” had occurred in “either the executive branch or legislative branch.” Brennan, who withdrew from consideration as CIA director in 2008 out of allegations he did not consider torture to be a serious offence, is a year into his tenure after being nominated by Obama .

At a previously scheduled event reflecting on the first year on Tuesday, Brennan rejected the accusation that the CIA had thwarted the Senate investigation, and denied the agency had inappropriately accessed Senate computers. “Nothing could be further from the truth. We wouldn’t do that,” he said. Brennan pointed out that he had referred the matter to the CIA inspector general, who was investigating, and would defer to his conclusions.

He also acknowledged there was a Justice Department investigation that encompassed the Senate committee staff members. “There are appropriate authorities are looking at what CIA officers and SSCI staff members did – and I defer to them as to whether there was any violation,” he said.

Brennan said the CIA wanted to put the issue of the torture programme, which he described by its agency nomenclature as “rendition, detention and interrogation”, behind it. “Even as we have learned from the past, we must also try to put the past behind us.” he said.

The White House said Obama was aware of the Senate claims but refused to say whether the president was concerned or pass comment on the substance of the allegations. “This is a matter involving protocols established for the interaction between committee staff and the CIA,” said spokesman Jay Carney. “There are periodic disputes about this process and it is under two separate investigations so I am not going to provide an analysis of it.”

He also criticised reporters who questioned the independence of the review led by the CIA inspector general, accusing one of “impugning the integrity” of inspectors general across Washington by suggesting such a review was insufficient response to allegations of this magnitude. The White House has “great confidence” in CIA director John Brennan, added Carney.

On the Senate floor earlier, Patrick Leahy, chairman of the judiciary committee and the longest serving US senator, described Feinstein’s speech at the most important he had witnessed in his time in Congress.

“I cannot think of any speech by any member of any party as important as the one the senator from California just gave,” Leahy said.

Senator Mark Udall of Colorado, an intelligence committee member, said in a statement he applauded Feinstein for “setting the record straight today on the Senate floor about the CIA’s actions to subvert congressional oversight”.

Udall said: “The actions the chairman outlined are the latest events that illustrate why I directly pushed CIA director Brennan to acknowledge the flaws in and misrepresentations about the CIA’s brutal and ineffective detention and interrogation program.

“Unfortunately, the CIA responded by trying to hide the truth from the American people about this program and undermine the Senate intelligence committee’s oversight role by illegally searching committee computers.”

In her speech, Feinstein described repeated attempts by the CIA to frustrate the work of Senate investigators, including providing the committee staff with a “document dump” of millions of non-indexed pages, requiring years of work to sort through – a necessity, Feinstein said, after former senior CIA official Jose Rodriguez destroyed nearly 100 videotapes showing brutal interrogations of detainees in CIA custody.

“We are not going to stop our investigation and have sent our report to the president in the hope it can be declassified and published for the American people to see,” Feinstein said on the Senate floor.

She said the goal of declassifying the report, exposing the “horrible details of a CIA programme that never, never should have existed,” was to prevent torture from ever again becoming American policy.

Zeke Johnson of Amnesty International called on the White House to publish the committee’s report. “President Obama, who has claimed to have the most transparent administration in history, should move immediately to declassify and release the report. Otherwise, the legacy of torture he inherited will become his own,” he said.

[https://www.theguardian.com/world/2014/mar/11/feinstein-accuses-cia-intimidation-torture-report]



Παράρτημα:

Χουμπέρτους Κνάμπε

Τα σκοτεινά μυστικά ενός κράτους παρακολούθησης


0:11 Φέτος, η Γερμανία γιορτάζει την 25η επέτειο της ειρηνικής επανάστασης στην Ανατολική Γερμανία. Το 1989, απομακρύνθηκε το κομμουνιστικό καθεστώς, έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, και έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, η ΓΛΔ, στην Ανατολή ενώθηκε με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στη Δύση για να ιδρύσουν τη σημερινή Γερμανία. Ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα, η Γερμανία κληρονόμησε τα αρχεία της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας, γνωστής ως Στάζι. Μόλις δύο χρόνια μετά τη διάλυσή της, τα αρχεία της ανοίχτηκαν στο κοινό, και ιστορικοί όπως εγώ ξεκίνησαν να μελετούν αυτά τα αρχεία ώστε να μάθουν περισσότερα για το πώς λειτουργούσε το κράτος παρακολούθησης της ΓΛΔ.

1:06 Ίσως να έχετε δει την ταινία «Οι ζωές των άλλων». Αυτή η ταινία έκανε τη Στάζι γνωστή σε όλον τον κόσμο, και καθώς ζούμε σε μια εποχή που λέξεις όπως «παρακολούθηση» ή «υποκλοπή» είναι στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, θα ήθελα να μιλήσω για το πώς η Στάζι λειτουργούσε στην πραγματικότητα.

1:30 Αρχικά, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ιστορία της Στάζι, επειδή είναι πολύ σημαντικό για την κατανόηση της αυτοαντίληψής της. Οι ρίζες της βρίσκονται στη Ρωσία. Το 1917, οι Ρώσοι κομμουνιστές ίδρυσαν την Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπανάστασης και του Σαμποτάζ, για συντομία Τσέκα. Ηγέτης της ήταν ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι. Η Τσέκα ήταν όργανο των κομμουνιστών για να εγκαθιδρύσει το καθεστώς τους, τρομοκρατώντας τον πληθυσμό κι εκτελώντας τους εχθρούς τους. Αργότερα εξελίχθηκε στη γνωστή Κα-Γκε-Μπε. Η Τσέκα ήταν το είδωλο των αξιωματικών της Στάζι. Αυτοαποκαλούνταν Τσεκιστές, και ακόμη και το σύμβολό τους ήταν παρόμοιο, όπως μπορείτε να δείτε εδώ. Στην πραγματικότητα, η μυστική αστυνομία στη Ρωσία ήταν ο δημιουργός κι εκπαιδευτής της Στάζι. Όταν ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την Ανατολική Γερμανία το 1945, επεκτάθηκε αμέσως εκεί, και σύντομα άρχισε να εκπαιδεύει τους Γερμανούς κομμουνιστές για να δημιουργήσουν τη δική τους μυστική αστυνομία. Παρεμπιπτόντως, στην αίθουσα που βρισκόμαστε τώρα, ιδρύθηκε το κυβερνόν κόμμα της ΓΛΔ το 1946.

2:52 Μετά από πέντε χρόνια, ιδρύθηκε η Στάζι, και βήμα βήμα, η βρομοδουλειά της καταπίεσης δόθηκε σε αυτήν. Για παράδειγμα, την κεντρική φυλακή για πολιτικούς κρατούμενους, που ιδρύθηκε από τους Ρώσους, την ανέλαβε η Στάζι και τη χρησιμοποίησε μέχρι το τέλος του Κομμουνισμού. Τη βλέπετε εδώ. Στην αρχή, κάθε σημαντικό βήμα γινόταν υπό την εποπτεία των Ρώσων. Αλλά οι Γερμανοί είναι γνωστοί για την αποτελεσματικότητά τους, έτσι η Στάζι μεγάλωσε πολύ γρήγορα, και ήδη το 1953, είχε περισσότερους υπαλλήλους απ' ό,τι η Γκεστάπο, η μυστική αστυνομία της Ναζιστικής Γερμανίας. Ο αριθμός διπλασιαζόταν κάθε δεκαετία. Το 1989, περισσότεροι από 90.000 υπάλληλοι εργάζονταν για τη Στάζι. Αυτό σήμαινε ότι ένας υπάλληλος ήταν υπεύθυνος για 180 κατοίκους, που ήταν πραγματικά μοναδικό στον κόσμο.

3:53 Στην κεφαλή αυτού του τεράστιου μηχανισμού, βρισκόταν ένας άντρας, ο Έριχ Μίλκε. Διοικούσε το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας για περισσότερα από 30 χρόνια. Ήταν ένας σχολαστικός αξιωματούχος - στο παρελθόν σκότωσε δύο αστυνομικούς, όχι πολύ μακριά από εδώ - ο οποίος εξατομίκευσε τη Στάζι.

4:16 Αλλά τι το ιδιαίτερο είχε η Στάζι; Πάνω απ' όλα, ήταν η τεράστια δύναμή της, επειδή συνέδεε διαφορετικές λειτουργίες σε έναν οργανισμό. Πρώτα απ' όλα, η Στάζι ήταν μια υπηρεσία πληροφοριών. Χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα που μπορεί να φανταστεί κανείς για να παίρνει μυστικά πληροφορίες, όπως πληροφοριοδότες, τηλεφωνικές υποκλοπές, όπως μπορείτε να δείτε στην εικόνα εδώ. Δεν δρούσε μόνο στην Ανατολική Γερμανία, αλλά σε όλον τον κόσμο. Δεύτερον, η Στάζι ήταν μια μυστική αστυνομία. Μπορούσε να σταματήσει κόσμο στον δρόμο και να τους συλλάβει στις δικές της φυλακές. Τρίτον, η Στάζι λειτουργούσε σαν ένα είδος εισαγγελέα. Είχε το δικαίωμα να ξεκινά προκαταρκτικές έρευνες και να ανακρίνει επίσημα ανθρώπους. Και τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η Στάζι είχε τις δικές της ένοπλες δυνάμεις. Περισσότεροι από 11.000 στρατιώτες υπηρετούσαν στους λεγόμενους Φρουρούς του Συντάγματος. Ιδρύθηκε για να συντρίψει διαμαρτυρίες κι εξεγέρσεις. Λόγω αυτής της συγκέντρωσης εξουσίας, η Στάζι λεγόταν κράτος εν κράτει.

5:36 Αλλά ας δούμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τα εργαλεία της Στάζι. Έχετε υπόψη ότι εκείνο τον καιρό δεν είχε εφευρεθεί ακόμη το διαδίκτυο και τα έξυπνα τηλέφωνα. Φυσικά, η Στάζι χρησιμοποιούσε όλων των ειδών τα τεχνικά εργαλεία για να παρακολουθεί τον κόσμο. Γινόταν υποκλοπή τηλεφώνων, συμπεριλαμβανομένου του τηλεφώνου του Γερμανού καγκελάριου στη Δύση, και συχνά και στα διαμερίσματα. Κάθε μέρα, ανοίγονταν 90.000 γράμματα από αυτές τις μηχανές. Η Στάζι επίσης παρακολουθούσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους χρησιμοποιώντας ειδικά εκπαιδευμένους πράκτορες και μυστικές κάμερες για να καταγράψουν κάθε τους βήμα. Σε αυτή τη φωτογραφία μπορείτε να δείτε εμένα νεαρό, απλώς να στέκομαι μπροστά από αυτό το κτίριο όπου βρισκόμαστε τώρα, τραβηγμένη από έναν πράκτορα της Στάζι. Η Στάζι έκανε συλλογή ακόμη και της μυρωδιάς των ανθρώπων. Αποθήκευε δείγματα σε κλειστά βάζα τα οποία βρέθηκαν μετά την ειρηνική επανάσταση. Για όλα αυτά τα πράγματα, ήταν υπεύθυνες άκρως εξειδικευμένες υπηρεσίες. Αυτή που έβαζε κοριούς στα τηλέφωνα ήταν τελείως ξεχώριστή από αυτή που έλεγχε τα γράμματα, για καλούς λόγους, επειδή αν ένας πράκτορας έφευγε από τη Στάζι, θα είχε πολύ μικρή γνώση. Συγκρίνετέ το με τον Σνόουντεν, για παράδειγμα. Αλλά η κάθετη εξειδίκευση ήταν σημαντική για να αποτρέψει κάθε είδους ενσυναίσθηση με το αντικείμενο παρακολούθησης. Ο πράκτορας που με παρακολουθούσε δεν ήξερε ποιος ήμουν ή γιατί με παρακολουθούσαν. Πράγματι, έφερνα λαθραία απαγορευμένα βιβλία από τη Δυτική στην Ανατολική Γερμανία.

7:26 Αλλά ακόμη πιο τυπικό για τη Στάζι ήταν η χρήση της ανθρώπινης νοημοσύνης, άτομα που έδιναν μυστικά αναφορά στη Στάζι. Για τον Υπουργό Κρατικής Ασφάλειας, αυτοί οι λεγόμενοι ανεπίσημοι υπάλληλοι ήταν τα πιο σημαντικά εργαλεία. Από το 1975, περίπου 200.000 άτομα συνεργάζονταν συνεχώς με τη Στάζι, περισσότερο από το ένα τοις εκατό του πληθυσμού. Κατά κάποιο τρόπο, ο υπουργός είχε δίκιο, επειδή τα τεχνικά εργαλεία μπορούν να καταγράψουν μόνο τι κάνουν οι άνθρωποι, αλλά οι πράκτορες και οι κατάσκοποι μπορούν να αναφέρουν και τι σκοπεύουν να κάνουν και τι σκέφτονται. Γι' αυτόν τον λόγο, η Στάζι προσέλαβε τόσους πολλούς πληροφοριοδότες. Το σύστημα απόκτησής τους κι εκπαίδευσής τους, όπως ονομαζόταν, ήταν πολύ περίτεχνο. Η Στάζι είχε το δικό της πανεπιστήμιο, όχι και πολύ μακριά από εδώ, όπου οι μέθοδοι διερευνούνταν και διδάσκονταν στους αξιωματικούς. Αυτή η κατευθυντήρια γραμμή έδινε μια λεπτομερή περιγραφή κάθε βήματος που έπρεπε να κάνετε αν θέλατε να πείσετε ανθρώπινα όντα να προδώσουν τους συμπολίτες τους. Μερικές φορές ειπώθηκε ότι οι πληροφοριοδότες πιέστηκαν να γίνουν πληροφοριοδότες, αλλά δεν είναι ως επί το πλείστον αλήθεια, επειδή ένας εξαναγκασμένος πληροφοριοδότης είναι ένας κακός πληροφοριοδότης. Μόνο κάποιος που θέλει να σας δώσει τις πληροφορίες που χρειάζεστε είναι ένας αποτελεσματικός πληροφοριοδότης. Οι κύριοι λόγοι που οι άνθρωποι συνεργάζονταν με τη Στάζι ήταν οι πολιτικές πεποιθήσεις και τα υλικά οφέλη. Οι αξιωματικοί προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κι έναν προσωπικό δεσμό με τον πληροφοριοδότη, και για να είμαι ειλικρινής, το παράδειγμα της Στάζι δείχνει ότι δεν είναι τόσο δύσκολο να κερδίσετε κάποιον ώστε να προδόσει τους άλλους. Ακόμη και μερικοί από τους κορυφαίους αντιφρονούντες στην Ανατολική Γερμανία συνεργάστηκαν με τη Στάζι, όπως για παράδειγμα ο Ιμπραήμ Μπέμε. Το 1989, ήταν ο ηγέτης της ειρηνικής επανάστασης και παραλίγο να γίνει ο πρώτος ελεύθερα εκλεγμένος πρωθυπουργός της ΓΛΔ μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι ήταν πληροφοριοδότης.

9:55 Το δίκτυο κατασκόπων ήταν πολύ ευρύ. Σχεδόν σε κάθε οργανισμό, ακόμη και στις εκκλησίες ή στη Δυτική Γερμανία, υπήρχαν πολλοί από αυτούς. Θυμάμαι που έλεγα σε έναν ανώτερο αξιωματικό της Στάζι, «Αν μου στέλνατε έναν πληροφοριοδότη, σίγουρα θα τον αναγνώριζα». Η απάντησή του ήταν, «Δεν στείλαμε κανέναν. Πήραμε αυτούς που ήταν γύρω σου». Και όντως, δύο από τους καλύτερους φίλους μου έδιναν αναφορά για μένα στη Στάζι. Οι πληροφοριοδότες ήταν πολύ κοντά, όχι μόνο στη δική μου περίπτωση. Για παράδειγμα, η Βέρα Λένγκσφελντ, μια ακόμη κορυφαία αντιφρονούσα, στην περίπτωσή της, ο σύζυγός της την κατασκόπευε. Ένας διάσημος συγγραφέας προδόθηκε από τον αδελφό του. Αυτό μου θυμίζει το μυθιστόρημα «1984» του Τζωρτζ Όργουελ, όπου το μόνο φαινομενικά αξιόπιστο άτομο ήταν ένας πληροφοριοδότης.

10:53 Αλλά γιατί η Στάζι συνέλεγε όλες αυτές τις πληροφορίες στα αρχεία της; Ο κύριος λόγος ήταν ο έλεγχος της κοινωνίας. Σε σχεδόν κάθε του ομιλία, ο υπουργός της Στάζι έδινε την εντολή να βρουν ποιος είναι ποιος, το οποίο σήμαινε, ποιος πιστεύει τι. Δεν ήθελε να περιμένει μέχρι κάποιος να προσπαθήσει να δράσει ενάντια στο καθεστώς. Ήθελε να ξέρει από πριν τι σκεφτόταν ο κόσμος και τι σχεδίαζε. Οι Ανατολικογερμανοί φυσικά γνώριζαν ότι περιτριγυρίζονταν από πληροφοριοδότες, σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που δημιούργησε δυσπιστία και μια κατάσταση διάχυτου φόβου, τα πιο σημαντικά εργαλεία καταπίεσης του λαού σε οποιαδήποτε δικτατορία.

11:38 Γι' αυτό λίγοι Ανατολικογερμανοί προσπάθησαν να πολεμήσουν ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς. Αν ναι, η Στάζι συχνά χρησιμοποιούσε μια μέθοδο που ήταν πραγματικά διαβολική. Ονομαζόταν Zersetzung, και περιγράφεται σε μια άλλη κατευθυντήρια γραμμή. Είναι δύσκολο να μεταφραστεί επειδή σημαίνει αρχικά «βιοδιάσπαση». Αλλά στην πραγματικότητα, είναι μια αρκετά ακριβής περιγραφή. Ο στόχος ήταν να καταστρέψουν κρυφά την αυτοπεποίθηση των ανθρώπων, για παράδειγμα καταστρέφοντας την υπόληψή τους, οργανώνοντας αποτυχίες στη δουλειά τους και καταστρέφοντας τις προσωπικές τους σχέσεις. Δεδομένου αυτού, η Ανατολική Γερμανία ήταν μια πολύ μοντέρνα δικτατορία. Η Στάζι δεν προσπαθούσε να συλλάβει κάθε αντιφρονούντα. Προτιμούσε να τους παραλύσει, και μπορούσε να το κάνει επειδή είχε πρόσβαση σε τόσες προσωπικές πληροφορίες και τόσους πολλούς οργανισμούς. Η κράτηση κάποιου χρησιμοποιούταν μόνο ως τελευταία λύση. Γι' αυτό, η Στάζι είχε 17 φυλακές προφυλάκισης, μία σε κάθε περιοχή. Εδώ, η Στάζι ανέπτυξε επίσης αρκετά μοντέρνες μεθόδους κράτησης. Κανονικά, ο αξιωματικός ανάκρισης δεν βασάνιζε τον φυλακισμένο. Αντιθέτως, χρησιμοποιούσε ένα εξελιγμένο σύστημα ψυχολογικής πίεσης όπου κεντρικό ρόλο έπαιζε η αυστηρή απομόνωση. Σχεδόν κανένας φυλακισμένος δεν αντιστάθηκε να καταθέσει. Αν έχετε την ευκαιρία, επισκεφτείτε την πρώην φυλακή της Στάζι στο Βερολίνο και παρακολουθήστε την περιήγηση με έναν πρώην πολιτικό κρατούμενο που θα σας εξηγήσει πώς λειτουργούσε.

13:38 Πρέπει να απαντηθεί ακόμη ένα ερώτημα: Αν η Στάζι ήταν τόσο καλά οργανωμένη, γιατί κατέρρευσε το κομμουνιστικό καθεστώς; Πρώτον, το 1989, η ηγεσία στην Ανατολική Γερμανία δεν ήταν σίγουρη τι να κάνει ενάντια στην αυξανόμενη διαμαρτυρία του κόσμου. Ήταν ιδιαίτερα μπερδεμένη επειδή στη μητέρα χώρα του σοσιαλισμού, τη Σοβιετική Ένωση, είχαν μια πιο φιλελεύθερη πολιτική. Επίσης, το καθεστώς ήταν εξαρτημένο από δάνεια από τη Δύση. Γι' αυτό, δεν δώθηκε εντολή καταστολής της εξέγερσης στη Στάζι. Δεύτερον, στην κομμουνιστική ιδεολογία, δεν υπάρχει χώρος για κριτική. Αντ' αυτού, η ηγεσία είχε κολλήσει στην πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός ήταν το τέλειο σύστημα, και η Στάζι, φυσικά, έπρεπε να το επιβεβαιώνει. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αν και είχαν όλες τις πληροφορίες, το καθεστώς δεν μπορούσε να αναλύσει τα πραγματικά του προβλήματα, και γι' αυτόν τον λόγο δεν μπορούσε να τα λύσει. Στο τέλος, η Στάζι πέθανε λόγω των δομών που της είχε ανατεθεί να προστατεύει.

14:54 Το τέλος της Στάζι ήταν κάτι τραγικό, επειδή αυτοί οι αξιωματικοί κατά τη διάρκεια της ειρηνικής επανάστασης ασχολήθηκαν με ένα μόνο πράγμα: να καταστρέψουν τα ντοκουμέντα που είχαν συλλέξει μέσα στις δεκαετίες. Ευτυχώς, τους σταμάτησαν ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό σήμερα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα αρχεία για να καταλάβουμε καλύτερα πώς λειτουργεί ένα κράτος παρακολούθησης.

15:25 Σας ευχαριστώ.

15:27 (Χειροκρότημα)

15:35 Μπρούνο Τζιουσάνι: Σ' ευχαριστώ. Σ' ευχαριστώ πολύ. Χουμπέρτους, θέλω να σου κάνω μερικές ερωτήσεις επειδή έχω εδώ το περιοδικό Ντερ Σπίγκελ της προηγούμενης εβδομάδας. Ο γείτονάς μου, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας, η NSA. Και μόλις μας είπες για τον γείτονά μου, τους κατασκόπους και τον πληροφοριοδότη από την Ανατολική Γερμανία. Υπάρχει λοιπόν άμεση σύνδεση ανάμεσα σε αυτές τις δύο ιστορίες ή όχι; Πώς αντιδράς ως ιστορικός όταν το βλέπεις;

16:04 Χουμπέρτους Κνάμπε: Νομίζω ότι πρέπει να αναφερθούν διάφορες πτυχές. Πρώτα, νομίζω ότι υπάρχει διαφορά στο γιατί συλλέγονται αυτά τα δεδομένα. Το κάνεις για να προστατεύσεις τον λαό σου από τις τρομοκρατικές επιθέσεις, ή το κάνεις για να καταπιέσεις τον λαό σου; Αυτή είναι μια θεμελιώδης διαφορά. Από την άλλη πλευρά όμως, ακόμη και σε μια δημοκρατία, μπορεί να γίνει κατάχρηση αυτών των εργαλείων, και αυτό είναι κάτι που πραγματικά πρέπει να το γνωρίζουμε για να το σταματήσουμε, και επίσης οι υπηρεσίες πληροφοριών να σέβονται τους κανονισμούς που έχουμε. Το τρίτο θέμα, μάλλον, πρέπει να χαιρόμαστε που ζούμε σε μια δημοκρατία, επειδή να είστε σίγουροι ότι στη Ρωσία και στην Κίνα κάνουν το ίδιο πράγμα, αλλά κανένας δεν μιλάει γι' αυτό επειδή κανένας δεν μπορεί να το κάνει.

16:53 (Χειροκρότημα)

17:00 ΜΤ: Όταν πρωτοβγήκε η ιστορία, πέρσι τον Ιούλιο, υπέβαλες μήνυση σε ένα γερμανικό δικαστήριο. Γιατί; ΧΚ: Ναι, το έκανα λόγω του δεύτερου σημείου που ανέφερα, ότι πιστεύω πως ειδικά σε μια δημοκρατία, οι κανονισμοί ισχύουν για όλους. Γίνονται για όλους, έτσι δεν επιτρέπεται κάποιος οργανισμός να μη σέβεται τους κανονισμούς. Στον ποινικό κώδικα της Γερμανίας γράφει ότι δεν επιτρέπεται να μπει κοριός σε κάποιον χωρίς άδεια από τον δικαστή. Ευτυχώς, είναι γραμμένο στον ποινικό κώδικα της Γερμανίας, έτσι αν δεν γίνεται σεβαστό, τότε νομίζω ότι είναι απαραίτητη μια έρευνα, και χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος μέχρι να την ξεκινήσει ο εισαγγελέας της Γερμανίας, και το ξεκίνησε μόνο στην περίπτωση της Άνγκελα Μέρκελ, και όχι για τις περιπτώσεις όλων όσων ζουν στη Γερμανία.

17:52 ΜΤ: Αυτό δεν με εκπλήσει λόγω - (Χειροκρότημα) - λόγω της ιστορίας που μόλις είπες. Αν την δεις από έξω, ζω εκτός Γερμανίας, και περίμενα οι Γερμανοί να αντιδράσουν αμέσως πολύ πιο δυνατά. Και αντ' αυτού, η αντίδραση ήρθε πραγματικά μόνο όταν αποκαλύφθηκε ότι υποκλέπταν την Καγκελάριο Μέρκελ. Γιατί αυτό;

18:16 ΧΚ: Το εκλαμβάνω ως καλό σημάδι, επειδή ο κόσμος αισθάνεται ασφάλεια μέσα σε αυτήν τη δημοκρατία. Δεν φοβούνται ότι θα τους συλλάβουν, και αν φύγετε από αυτή την αίθουσα μετά το συνέδριο, κανένας δεν πρέπει να φοβάται ότι η μυστική αστυνομία θα στέκεται έξω να σας συλλάβει. Νομίζω ότι είναι ένα καλό σημάδι. Ο κόσμος δεν φοβάται πραγματικά, ενώ θα μπορούσε. Αλλά φυσικά, νομίζω ότι οι οργανισμοί είναι υπεύθυνοι να σταματήσουν παράνομες πράξεις στη Γερμανία ή οπουδήποτε συμβαίνουν.

18:47 ΜΤ: Μια προσωπική ερώτηση, και θα είναι κι η τελευταία. Υπάρχει μια συζήτηση στη Γερμανία σχετικά με τη χορήγηση ασύλου στον Έντουαρντ Σνόουντεν. Είσαι υπέρ ή κατά;

18:57 ΧΚ: Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση, αλλά αν με ρωτήσεις, και αν απαντήσω με ειλικρίνεια, θα του χορηγούσα το άσυλο, επειδή νομίζω ότι αυτό που έκανε ήταν γενναίο, κατέστρεψε ολόκληρη τη ζωή του και την οικογένειά του και όλα. Νομίζω, ότι γι' αυτά τα άτομα, πρέπει να κάνουμε κάτι, ιδίως αν δεις την ιστορία της Γερμανίας, όπου τόσοι πολλοί αναγκάστηκαν να δραπετεύσουν και να αιτηθούν άσυλο σε άλλες χώρες και δεν το πήραν, έτσι θα ήταν ένα καλό σημάδι να του χορηγήσουμε άσυλο.

19:26 (Χειροκρότημα)

19:28 ΜΤ: Χουμπέρτους, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.




Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 04 Νοέμβριος 2016 08:21